Σε ισόβια κάθειρξη καταδικάστηκε από το δικαστήριο της Σενζέν ο 67χρονος ιδρυτής της China Evergrande Group, Σου Τζιαγίν (γνωστός και ως Χούι Κα Γιαν). Ο Σου δήλωσε ένοχος σε οκτώ κατηγορίες, μεταξύ των οποίων η απάτη κατά τη συγκέντρωση κεφαλαίων, η κατάχρηση δημόσιων καταθέσεων, η παράνομη χορήγηση δανείων και η δωροδοκία.
Η δικαστική απόφαση επιβάλλει την οριστική στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων και την πλήρη κατάσχεση της προσωπικής του περιουσίας. Παράλληλα, οι Αρχές επέβαλαν πρόστιμα ύψους 8,82 δισεκατομμυρίων γουάν (1,12 δισ. ευρώ) στον όμιλο Evergrande και 7 δισεκατομμυρίων γουάν (890 εκατ. ευρώ) στη θυγατρική Hengda Real Estate, ανεβάζοντας το συνολικό ποσό στα 2 δισ. ευρώ.
Στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης, πέντε ανώτερα στελέχη της εταιρίας καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης από έξι έως 18 έτη, ενώ συνολικά 56 άτομα που συνδέονται με τον όμιλο έλαβαν ποινές. Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, οι εγκληματικές πράξεις των κατηγορουμένων αφορούσαν τεράστια ποσά, προκάλεσαν ανυπολόγιστες οικονομικές απώλειες και επέφεραν σοβαρή κοινωνική βλάβη στη χώρα.
Η καταδίκη του Σου σηματοδοτεί το τέλος μιας πορείας που ξεκίνησε από τη φτώχεια για να καταλήξει στην κορυφή της επιχειρηματικής ελίτ. Μεγαλωμένος από τη γιαγιά του σε ένα αγροτικό χωριό της επαρχίας Χενάν, εργάστηκε αρχικά ως τεχνικός χάλυβα, προτού ιδρύσει την Evergrande το 1996.
Κρατική πολιτική
Αξιοποιώντας την κρατική πολιτική, γιγάντωσε την εταιρία βασιζόμενος στον επιθετικό δανεισμό και στη μαζική πώληση κατοικιών με χαμηλό περιθώριο κέρδους για γρήγορη ρευστότητα, φτάνοντας τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια σε ετήσιες πωλήσεις. Το 2017 η καθαρή του αξία άγγιξε τα 45,3 δισεκατομμύρια δολάρια, καθιστώντας τον τον πλουσιότερο άνθρωπο στην Ασία.

Διατηρούσε στενές σχέσεις με την πολιτική ηγεσία του Πεκίνου και τους μεγιστάνες του Χονγκ Κονγκ, συμμετέχοντας σε κλειστά επενδυτικά κλαμπ. Επεκτάθηκε στην κατασκευή ηλεκτρικών αυτοκινήτων και στο ποδόσφαιρο, ενώ το 2021 έδωσε το «παρών» στους εορτασμούς για την εκατονταετηρίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος στην πλατεία Τιενανμέν.
Η κατάρρευση ξεκίνησε επίσημα το 2021, όταν ο όμιλος αθέτησε τις υποχρεώσεις του υπό το βάρος ενός χρέους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η πτώχευση της Evergrande αποτέλεσε το έναυσμα για την παρατεταμένη κρίση που μαστίζει τον κλάδο των ακινήτων στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη.
Η αδυναμία της εταιρίας να αποπληρώσει επενδυτικά προϊόντα προκάλεσε διαμαρτυρίες από πολίτες χαμηλού εισοδήματος που είδαν τις αποταμιεύσεις τους να χάνονται. Τον Ιανουάριο του 2024 δικαστήριο του Χονγκ Κονγκ διέταξε την εκκαθάριση της εταιρίας και ακολούθησε η διαγραφή της από το χρηματιστήριο.
Η διαδικασία ρευστοποίησης προχωρεί με εξαιρετικά βραδείς ρυθμούς, καθώς ως τον περασμένο Αύγουστο είχαν πωληθεί περιουσιακά στοιχεία αξίας μόλις 255 εκατομμυρίων δολαρίων, έναντι απαιτήσεων 45 δισεκατομμυρίων από τους πιστωτές.
Πλέον, οι εκκαθαριστές δίνουν νομικές μάχες εκτός ηπειρωτικής Κίνας για να δεσμεύσουν τα υπεράκτια περιουσιακά στοιχεία του Σου και της πρώην συζύγου του, προσπαθώντας να ανακτήσουν 6 δισεκατομμύρια δολάρια από αμοιβές και μερίσματα, ενώ χιλιάδες αγοραστές ακινήτων παραμένουν χωρίς αποζημίωση.
