Χωρίς εμπορική συμφωνία ολοκληρώθηκαν οι τελευταίες διαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ και Καναδά, εξέλιξη που οδηγεί την Ουάσινγκτον στην επιβολή πρόσθετων δασμών ύψους 50% σε συγκεκριμένα καναδικά προϊόντα που εισάγονται στην αμερικανική αγορά. Η εξέλιξη αναμένεται να εντείνει περαιτέρω την ήδη επιβαρυμένη σχέση μεταξύ των δύο παραδοσιακών συμμάχων.
Ο Καναδός υπουργός Εμπορίου Ντομινίκ ΛεΜπλάν βρέθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας στην Ουάσινγκτον, επιχειρώντας να βρει λύση στην εμπορική αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών. Οι διμερείς σχέσεις έχουν επιδεινωθεί αισθητά από την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ.
Οι συνομιλίες ολοκληρώθηκαν χωρίς αποτέλεσμα το βράδυ της Παρασκευής, τοπική ώρα, γεγονός που σημαίνει ότι από τα μεσάνυχτα τίθενται σε εφαρμογή οι νέοι δασμοί που είχε προαναγγείλει ο Αμερικανός πρόεδρος για ορισμένες κατηγορίες καναδικών εισαγωγών. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, τα συγκεκριμένα μέτρα αφορούν περίπου το 5,5% των καναδικών εξαγωγών προς τις ΗΠΑ, συνολικής αξίας περίπου 20 δισ. δολαρίων.
Ο αντιπρόσωπος του Λευκού Οίκου για το εμπόριο Τζέιμισον Γκριρ υποστήριξε ότι η Ουάσινγκτον είχε προσφέρει στον Καναδά ευνοϊκότερη μεταχείριση σε σχέση με οποιονδήποτε άλλο εξαγωγέα στην αμερικανική αγορά. Όπως ανέφερε, ωστόσο, οι νέες απαιτήσεις της καναδικής πλευράς, σε συνδυασμό με υπαναχωρήσεις σε άλλες δεσμεύσεις, ανέτρεψαν την εύθραυστη ισορροπία που είχε διαμορφωθεί τις προηγούμενες ημέρες.
Από την πλευρά του, ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ ανακοίνωσε την αναστολή των εμπορικών συνομιλιών και έδωσε εντολή στους Καναδούς διαπραγματευτές να επιστρέψουν στην Οτάβα.
Ο Κάρνεϊ υπογράμμισε ότι η καναδική διαπραγματευτική ομάδα εργάστηκε μέχρι την τελευταία στιγμή με στόχο την υπεράσπιση των συμφερόντων της χώρας. Παράλληλα, επέκρινε τις αλλαγές που παρουσίασε η αμερικανική πλευρά την τελευταία στιγμή, χαρακτηρίζοντάς τες άδικες και οικονομικά επιζήμιες και υποστηρίζοντας ότι δημιουργούν αμφιβολίες για την αξιοπιστία οποιασδήποτε μελλοντικής συμφωνίας.
Ο Καναδός πρωθυπουργός προειδοποίησε ακόμη ότι η χώρα του θα απαντήσει με αντίστοιχους δασμούς, «δολάριο προς δολάριο», προκειμένου να προστατεύσει τους εργαζόμενους και τις επιχειρήσεις του Καναδά.
Οι πρόσθετοι αμερικανικοί δασμοί είχαν ανακοινωθεί τον Ιούλιο και αρχικά επρόκειτο να εφαρμοστούν από την Τετάρτη. Ωστόσο, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε παρατείνει την προθεσμία κατά τρεις ημέρες, προκειμένου να δοθεί επιπλέον χρόνος στις δύο πλευρές για την επίτευξη συμφωνίας.
Ο Καναδάς και το Μεξικό αποτελούν δύο από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, ενώ βρέθηκαν και στο επίκεντρο του εμπορικού πολέμου που ξεκίνησε ο Ντόναλντ Τραμπ μετά την επιστροφή του στην εξουσία, τον Ιανουάριο του 2025.
Οι συγκεκριμένοι δασμοί, ωστόσο, ακυρώθηκαν στα τέλη Φεβρουαρίου από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Την ίδια ώρα, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επανειλημμένα εκφράσει την επιθυμία του να ενταχθεί ο Καναδάς στις ΗΠΑ ως η «51η πολιτεία».
Από την εκλογή του στην πρωθυπουργία, τον Μάρτιο του 2025, ο Μαρκ Κάρνεϊ έχει επιχειρήσει να μειώσει την οικονομική εξάρτηση του Καναδά από τις ΗΠΑ, αναζητώντας παράλληλα νέες εμπορικές συνεργασίες στην Ασία και την Ευρώπη.
Με βάση στοιχεία των κυβερνήσεων του Καναδά και του Μεξικού, περισσότερο από το 80% των προϊόντων που εξάγουν προς τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου καλύπτεται από την τριμερή συμφωνία ελεύθερου εμπορίου USMCA, η οποία τέθηκε σε ισχύ τον Ιούλιο του 2020.
Πέρα από τις συνομιλίες που οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο, οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και το Μεξικό καλούνται να αποφασίσουν και για το μέλλον της USMCA. Η Ουάσινγκτον ανακοίνωσε τον Ιούλιο ότι δεν προτίθεται να ανανεώσει τη συμφωνία με την υφιστάμενη μορφή της.
Παρά την εξέλιξη αυτή, η συμφωνία εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ και προβλέπεται να παραμείνει ενεργή για δέκα χρόνια, έως την 1η Ιουλίου 2036.
