Σε τροχιά ριζικής αναδιάταξης της στρατιωτικής της ισχύος εισέρχεται η Γερμανία, σχεδιάζοντας ένα γιγαντιαίο εξοπλιστικό πρόγραμμα ύψους σχεδόν 12 δισεκατομμυρίων ευρώ για τη δημιουργία ενός υπερσύγχρονου οπλοστασίου πυραύλων μακράς εμβέλειας, όπως αναφέρει το politico.
Σύμφωνα με εσωτερικά έγγραφα του γερμανικού Υπουργείου Άμυνας, η κίνηση αυτή αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα για το Βερολίνο και το ΝΑΤΟ.
Βασικός στόχος είναι η αποτελεσματική αποτροπή της ρωσικής απειλής και η απόκτηση της δυνατότητας για πλήγματα βαθιά στα μετόπισθεν του αντιπάλου, εξουδετερώνοντας κρίσιμες υποδομές όπως κέντρα διοίκησης, αεροδρόμια, εκτοξευτές και κόμβους ανεφοδιασμού σε αποστάσεις εκατοντάδων ή και χιλιάδων χιλιομέτρων, διατηρώντας παράλληλα μια συμβατική απάντηση κάτω από το πυρηνικό κατώφλι.
Η νέα αυτή αμυντική αρχιτεκτονική δομείται πάνω σε τέσσερις κρίσιμους πυλώνες. Ο πρώτος και πιο άμεσος αφορά την προμήθεια οικονομικότερων πυραύλων cruise με ορίζοντα ένταξης το 2027, αξιολογώντας συστήματα όπως ο Anthem της Covenant Industries, ο BARS και ο Flamingo από την Ουκρανία.
Αντλώντας διδάγματα από τον πόλεμο στην Ουκρανία, η γερμανική πλευρά ποντάρει στη μαζική χρήση προσβάσιμων όπλων για τον κορεσμό της εχθρικής αεράμυνας. Ο δεύτερος πυλώνας στηρίζεται στη συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες για την ανάπτυξη πυραύλων Tomahawk σε γερμανικό έδαφος μέσω εκτοξευτών Typhon, καλύπτοντας το επιχειρησιακό κενό μέχρι το τέλος της δεκαετίας.
Τέλος, οι δύο πιο φιλόδοξοι πυλώνες αναπτύσσονται από κοινού με το Ηνωμένο Βασίλειο στο πλαίσιο της συμφωνίας Trinity House και αφορούν έναν προηγμένο πύραυλο cruise καθώς και ένα υπερηχητικό όπλο ολίσθησης, με βεληνεκές άνω των 2.000 χιλιομέτρων και επιχειρησιακή ετοιμότητα στα μέσα της δεκαετίας του 2030.
Σε επίπεδο προϋπολογισμού, τα έγγραφα προβλέπουν σχεδόν 9 δισεκατομμύρια ευρώ για την ανάπτυξη και προμήθεια των κύριων όπλων με επιπλέον 182 εκατομμύρια για τη συντήρησή τους, ενώ 1,8 δισεκατομμύρια ευρώ προορίζονται για την αγορά πυραύλων cruise παράλληλα με 97 εκατομμύρια για την υποστήριξή τους, διαμορφώνοντας τη συνολική χρηματοδοτική ανάγκη στα 12 δισεκατομμύρια ευρώ.
Με αυτή τη στρατηγική, το Βερολίνο εγκαταλείπει την εξάρτηση από ένα μόνο οπλικό σύστημα και υιοθετεί ένα πολυεπίπεδο μοντέλο, καθιστώντας σαφές ότι καμία εχθρική στρατιωτική υποδομή δεν θα θεωρείται ασφαλής και αναλαμβάνοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στην ευρωπαϊκή ασφάλεια.
