Για ακόμη μία φορά, η Άγκυρα επιλέγει να προκαλέσει, αγγίζοντας μάλιστα ένα από τα πιο ευαίσθητα κεφάλαια της ελληνικής ιστορικής μνήμης, που δεν είναι άλλη από τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Με αναρτήσεις και επιλεκτική παρουσίαση ιστορικού υλικού, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών επιχειρεί να διαμορφώσει τη δική του εκδοχή για τα γεγονότα του 1919-1922, την ώρα που η μνήμη των εκατοντάδων χιλιάδων θυμάτων και των περισσότερων από 1,5 εκατομμυρίου προσφύγων παραμένει ζωντανή.
Η νέα αυτή τοποθέτηση της Άγκυρας έρχεται να προστεθεί σε μια διαρκή προσπάθεια αμφισβήτησης της ιστορικής πραγματικότητας και επαναφέρει με ένταση το ζήτημα της εργαλειοποίησης της Ιστορίας από την τουρκική πλευρά.
Για να μεγαλώσει την έκταση της πρόκλησης επέλεξε να δημοσιοποιήσει έγγραφα και φωτογραφίες που αφορούν χωριό στην περιοχή της Προύσας, όπου σημειώθηκαν συγκρούσεις και υπήρξαν απώλειες μεταξύ αμάχων. Στις λεζάντες του υλικού γίνεται λόγος για ενέργειες του ελληνικού στρατού κατά την περίοδο κατά την οποία κατείχε περιοχές της Ανατολίας, πριν από την υποχώρησή του.
Στην ίδια ανάρτηση, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών υποστηρίζει ότι οι ελληνικές δυνάμεις ακολούθησαν «συστηματική πολιτική καταστροφής», την οποία, όπως αναφέρει, αναγνωρίζει η Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάνης. Παράλληλα, παρουσιάζει φωτογραφίες από τις συνέπειες των συγκρούσεων σε χωριό της Ανατολίας.
Το τουρκικό υπουργείο χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο αρχειακό υλικό ως «συγκλονιστικό παράδειγμα σφαγής» σε βάρος του τουρκικού άμαχου πληθυσμού σε χωριό κοντά στην Προύσα, ενώ στις λεζάντες επισημαίνεται ότι τα περιστατικά καταγράφηκαν κατά την υποχώρηση του ελληνικού στρατού.
Ωστόσο, στην τουρκική ανάρτηση δεν γίνεται αναφορά στην ιστορική παρουσία του ελληνικού πληθυσμού στην ευρύτερη περιοχή. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, περίπου 280.000 Έλληνες κατοικούσαν στον νομό της Προύσας και είχαν ήδη βρεθεί αντιμέτωποι με διωγμούς και σφαγές από το 1912, γεγονός που οδήγησε μεγάλο μέρος του πληθυσμού να μετακινηθεί προς τα παράλια και στη συνέχεια να καταφύγει στην Ελλάδα.
Η παρουσία του ελληνικού στρατού στα παράλια συνδέθηκε με τις εξελίξεις που είχαν προηγηθεί στην περιοχή και με την υποδοχή των ελληνικών στρατευμάτων από ελληνικούς πληθυσμούς στα χωριά της περιοχής, οι οποίοι, σύμφωνα με την ελληνική ιστορική αφήγηση, τα αντιμετώπισαν ως απελευθερωτικές δυνάμεις.
Η τελική φάση της σύγκρουσης και η Μικρασιατική Καταστροφή είχαν ως αποτέλεσμα εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και τη δημιουργία ενός τεράστιου προσφυγικού κύματος, με περισσότερους από 1,5 εκατομμύριο ανθρώπους να εγκαταλείπουν τις πατρογονικές τους εστίες. Οι άμαχοι βρέθηκαν στο επίκεντρο των διώξεων και της βίας, ενώ οι σχετικές ιστορικές αναφορές έχουν αποτελέσει αντικείμενο διεθνούς αναγνώρισης και συζήτησης γύρω από τον όρο «γενοκτονία».
Η Τουρκία εξακολουθεί να απορρίπτει την αναγνώριση της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Αναρτήσεις όπως η συγκεκριμένη επαναφέρουν, έτσι, στο προσκήνιο τη διαμάχη Αθήνας και Άγκυρας για την ερμηνεία των γεγονότων της περιόδου και τον τρόπο με τον οποίο αποτυπώνονται στη συλλογική ιστορική μνήμη.