Περίπου 90 λεπτά χρειάστηκαν τελικά χθες για να ξεδιπλώσει η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο τις σκέψεις της αλλά και τις προθέσεις της για το μέλλον, στη διάρκεια της ετήσιας ομιλίας της για την «Κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ενωσης».
- Από τον Γιώργο Τραπεζιώτη
Ενενήντα λεπτά γεμάτα από «βεβαιότητες», αρκετές αυταπάτες αλλά και μπόλικες εμμονές αναφορικά με την ανεξήγητη πίστη της επικεφαλής της Κομισιόν στο έτσι κι αλλιώς χρεοκοπημένο πολιτικά και οικονομικά νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης.
Η σιδηρά κυρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής λοιπόν, σε ακόμη έναν μονόλογο μακριά από τα πραγματικά προβλήματα των Ευρωπαίων πολιτών, επιχείρησε να ωραιοποιήσει την έτσι κι αλλιώς ζοφερή πραγματικότητα. Την ώρα που η ακρίβεια καλπάζει και η αγοραστική δύναμη έχει εκμηδενιστεί, υποστήριξε με θράσος ότι «η οικονομία μας έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι στις κρίσεις και οι βάσεις μας παραμένουν ισχυρές».
Το ποια «ανθεκτικότητα», αλήθεια, βιώνει ο μέσος εργαζόμενος που δεν μπορεί να βγάλει τον μήνα, πάντως, δεν το εξήγησε. Το πλέον εξοργιστικό σημείο της ομιλίας της, ωστόσο, αφορούσε το καυτό μέτωπο των ενεργειακών. Ενώ η ενεργειακή φτώχεια «καίει» τώρα τα νοικοκυριά και η αισχροκέρδεια στο ρεύμα αποτελεί τη ρίζα της γενικευμένης ακρίβειας στην αγορά, η πρόεδρος της Κομισιόν επέλεξε να πετάξει την μπάλα στην εξέδρα των επόμενων δεκαετιών.
Σκιαγραφώντας το πλάνο της, δήλωσε ότι «ο στόχος μας για έναν πλήρη, καθαρό και δίκαιο ενεργειακό μετασχηματισμό θα ολοκληρωθεί με ορίζοντα το 2040»! Αυτή η προκλητική μετάθεση των λύσεων στο μακρινό μέλλον έχει άμεσο, οδυνηρό αντίκτυπο, βέβαια, και στην ελληνική πραγματικότητα, καθώς μεταφράζεται σε λευκή επιταγή προς τα ντόπια καρτέλ της ενέργειας να συνεχίσουν το πάρτι της αισχροκέρδειας στις πλάτες του ελληνικού λαού.
Κι αυτό ενώ η ομοϊδεάτισσα της Φον ντερ Λάιεν κυβέρνηση Μητσοτάκη σφυρίζει αδιάφορα, την ώρα που ο Ελληνας καταναλωτής έρχεται αντιμέτωπος με εφιαλτικούς λογαριασμούς. Για τις Βρυξέλλες, λοιπόν, και τους εγχώριους υποστηρικτές τους το γεγονός ότι η ελληνική οικογένεια αδυνατεί να καλύψει τις βασικές της ανάγκες σήμερα αποτελεί απλώς μια λεπτομέρεια που μπορεί να περιμένει για χρόνια μέχρι να διευθετηθεί μέσα από μακροπρόθεσμα γραφειοκρατικά σχέδια.
Yποχρεωτική αλληλεγγύη
Η ίδια υποκριτική και επικίνδυνη λογική επικράτησε και στο έτερο φλέγον ζήτημα, αυτό του Μεταναστευτικού. Η Φον ντερ Λάιεν, κλείνοντας προκλητικά το μάτι στις χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά, αναλώθηκε σε νέες βαρύγδουπες διακηρύξεις για «νέα έκτακτα πλαίσια» και «ενίσχυση της Frontex», αποφεύγοντας όμως επιμελώς να ψελλίσει έστω και μία λέξη για την υποχρεωτική αλληλεγγύη και τον διαμοιρασμό των βαρών. Με την τακτική αυτή οι Βρυξέλλες αφήνουν ακόμα μια φορά τις χώρες πρώτης γραμμής, και κυρίως την Ελλάδα, παντελώς εκτεθειμένες.
Πέρα από τα ελεγχόμενα χειροκροτήματα της δικής της πολιτικής ομάδας, στη διάρκεια της ομιλίας της η Ολομέλεια «έβραζε», καθώς ευρωβουλευτές της αντιπολίτευσης την κατηγορούσαν ότι ζει σε «γυάλινο πύργο». Μέσα σε αυτό το γενικευμένο κλίμα αμφισβήτησης, η ευρωκρατία θυμήθηκε ετεροχρονισμένα τη «στρατηγική αυτονομία».
Οι Βρυξέλλες ανακάλυψαν την αξία της αυτονομίας με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ανακαλύπτει κανείς τη… χρήση του αλεξίπτωτου, την ώρα όμως της πτώσης στο κενό. Χρειάστηκε η γεωπολιτική σφαλιάρα της Ουάσινγκτον και η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος αντιμετωπίζει τις παραδοσιακές συμμαχίες ως απλές εμπορικές συμβάσεις προς επαναδιαπραγμάτευση, για να αποκτήσει η συζήτηση έναν κάποιο λίγο πιο «επείγοντα» χαρακτήρα. Αλλά και για να ανακαλύψει η ανέτοιμη Ευρώπη πως η αμερικανική στρατιωτική προστασία και η πρόσβαση στις αγορές του Ατλαντικού δεν αποτελούν σταθερούς φυσικούς νόμους, αλλά ενδεχομένως μία ιστορικών διαστάσεων αυταπάτη.
Μέσα σε αυτό το περίπλοκο πλαίσιο η Φον ντερ Λάιεν έφτασε στο σημείο να προτείνει χθες ένα πρωτοφανές καθεστώς «συνδεδεμένου μέλους» για τον Καναδά, προειδοποιώντας παράλληλα για ένα «δεύτερο κινεζικό σοκ» που απειλεί με αφανισμό την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Ωστόσο, η απόσταση ανάμεσα στα μεγάλα λόγια περί ανεξαρτησίας και την ωμή πραγματικότητα παραμένει χαώδης – και θα συντηρείται όσο και η επικεφαλής της Κομισιόν επιμένει να οραματίζεται μια Ευρώπη-φρούριο των πολυεθνικών.
