«Χωρίς τις τέχνες δεν υπάρχεις. Οσο υπάρχουν θα υπάρχει και μέλλον»

Με τη μουσική στο DNA του και τις αγωνίες μιας ολόκληρης γενιάς στις αποσκευές του, ο Αντώνης Ανδρουλάκης χαράζει τη δική του καλλιτεχνική διαδρομή

Με αφορμή το πρώτο του άλμπουμ, «Πόλη Βραδινή», μιλά στο «ENJOY» για τη βαριά οικογενειακή μουσική κληρονομιά, τη ζωή στην Αθήνα, τις δυσκολίες των νέων δημιουργών και την τέχνη ως καταφύγιο και αντίδοτο στους δύσκολους καιρούς.

  • Από τον Ηλία Μαραβέγια

H πόλη τη νύχτα έχει τις δικές της ιστορίες, τις δικές της σιωπές και τις δικές της μελωδίες. Σε αυτό το σκηνικό μάς προσκαλεί ο Αντώνης Ανδρουλάκης με την πρώτη ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά του, «Πόλη Βραδινή».

Μεγαλωμένος σε μια οικογένεια με βαθιές μουσικές ρίζες, χαράζει πλέον τη δική του πορεία, αναζητώντας τον προσωπικό του ήχο και τη θέση του στη σύγχρονη σκηνή. Στη συνέντευξή του στο «ENJOY» μιλά για το άλμπουμ που σηματοδοτεί ένα νέο κεφάλαιο στην καλλιτεχνική διαδρομή του, τις συνεργασίες που τον διαμόρφωσαν και για την ελπίδα που μπορεί να γεννηθεί μέσα από την τέχνη.

Μεγαλώσατε σε μουσική οικογένεια, ως γιος του τραγουδιστή Νίκου Ανδρουλάκη και εγγονός του λυράρη Μανώλη Ανδρουλάκη. Πόσο σας επηρέασε αυτή η κληρονομιά;

Σίγουρα ο τρόπος που μεγάλωσα και τα μουσικά εφόδια που απέκτησα από μικρή ηλικία με καθόρισαν και με συντροφεύουν μέχρι σήμερα. Από τα πρώτα μου ακούσματα και τις πρώτες μου βόλτες στα στούντιο, την περίοδο που ο πατέρας μου ηχογραφούσε τα πρώτα του τραγούδια, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, συνεχίζω, απ’ ό,τι φαίνεται, στον ίδιο δρόμο. Εναν δρόμο δύσκολο, αλλά πάντα γοητευτικό.

Ξεκινήσατε κιθάρα στα οκτώ και στην πορεία ασχοληθήκατε με το μπουζούκι και τα ντραμς. Πότε καταλάβατε ότι η μουσική θα ήταν ο δρόμος σας;

Κάθε όργανο έχει τη δική του αξία. Τα όργανα που επέλεξα «καθρεφτίζουν», θα έλεγα, κάθε περίοδο της ζωής μου, αλλά και τα ερεθίσματα που είχα τότε. Με βοήθησαν και εξακολουθούν να με βοηθούν στην ενορχήστρωση ενός τραγουδιού. Ειλικρινά, δεν ξέρω αν έχω συνειδητοποιήσει πλήρως ότι η μουσική δεν είναι για μένα απλώς ένα χόμπι. Μπορώ, όμως, να πω με σιγουριά ότι αποτελεί δρόμο ζωής από τα πρώτα μου χρόνια. Αν πρέπει να γίνω πιο συγκεκριμένος, νομίζω ότι αρχίζω να συνειδητοποιώ πως εισέρχομαι βαθύτερα στον κόσμο της μουσικής με την ηχογράφηση των πρώτων μου τραγουδιών.

Ποια στιγμή θεωρείτε καθοριστική στην καλλιτεχνική σας πορεία;

Ολες οι συνεργασίες μου με τραγουδιστές, τραγουδίστριες, εξαιρετικούς μουσικούς και φίλους αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης και ξεχωριστό σημείο αναφοράς. Ωστόσο, η συνεργασία με τον πατέρα μου, Νίκο Ανδρουλάκη, θα κατέχει πάντα μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου. Από το 2019, όταν αρχίσαμε να συμπράττουμε επί σκηνής, όλα κινούνται διαφορετικά. Γνώρισα σπουδαίους δημιουργούς, συνθέτες, στιχουργούς και ποιητές, κορυφαίους μουσικούς και ηχολήπτες, ενώ άλλαξε και η αισθητική μου στην προσωπική μου δισκογραφία. Πιστεύω πως πρέπει να κρατάμε ό,τι καλό μας προσφέρουν τέτοιες στιγμές. Εγώ φροντίζω να τις απολαμβάνω και να τις αξιοποιώ όσο μπορώ.

Το 2022, τα τραγούδια «Η μπαλάντα των γενναίων» και «Οι Αλεξανδρινοί» απέσπασαν το Β΄ και το Α΄ βραβείο, αντίστοιχα, στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Στίχου της ΕΣΕ. Τι σημαίνουν αυτές οι διακρίσεις για έναν νέο ερμηνευτή;

Αποτελούν πηγή έμπνευσης και σημαντικό κίνητρο για τη συνέχεια. Το δικό μου βραβείο, θα έλεγα, ήταν η ευκαιρία να ερμηνεύσω βραβευμένα τραγούδια. Σημαντικότερη, όμως, είναι η συνεργασία μου με τον συνθέτη τους και καλό φίλο, Γιώργο Αλτή, καθώς και η εμπιστοσύνη των δύο βραβευμένων στιχουργών: της Ειρήνης Παπαδοπούλου για την «Μπαλάντα των γενναίων» και του Δημήτρη Ντίκα για τους «Αλεξανδρινούς».

Η πρώτη ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά σας, «Πόλη Βραδινή», κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2025. Πώς γεννήθηκε;

Αφετηρία ήταν η γνωριμία μου με τον Γιάννη Μπάκο, δημιουργό του δίσκου, όπου το ομότιτλο τραγούδι συνυπογράφει η Μαρία Κωνσταντινίδου. Η αισθητική μας ταύτιση αποτέλεσε γρήγορα πηγή έμπνευσης και η συνεργασία μας ήταν σχεδόν μονόδρομος. Ο δίσκος αποτελείται από αυτοτελή κεφάλαια μιας ενιαίας ιστορίας. Πρόκειται για τραγούδια που παρέμεναν για καιρό στα συρτάρια του Γιάννη και ήρθε η ώρα να μπουν στο στούντιο και να «καθαρογραφούν».

Ζείτε και δημιουργείτε στην Αθήνα. Τι σας εμπνέει και τι σας προβληματίζει στη σύγχρονη πόλη;

Οπως σωστά επισημάνατε, το πρόβλημα των μεγάλων αστικών κέντρων είναι οι γρήγοροι ρυθμοί. Με προβληματίζουν, επίσης, όσα απασχολούν τους περισσότερους ανθρώπους: η διαρκής μάχη με τον χρόνο για να τα βγάλουμε πέρα στην καθημερινότητα. Ωστόσο, η «πολυχρωμία» της πόλης και κυρίως η νυχτερινή ζωή της δεν παύουν να αποτελούν πηγή έμπνευσης.

Φέτος συνεργαστήκατε με τον Βαγγέλη Παπαχρήστο στο τραγούδι «Εχω μια αγάπη ακόμα». Τι αναζητάτε στις συνεργασίες σας;

Οπως συνηθίζω να λέω, όταν ακούω ένα τραγούδι που προορίζεται για μένα, το αντιμετωπίζω πάντα με καλή προαίρεση, σαν να πρόκειται να το τραγουδήσω πριν ακόμη πω το «ναι». Με τον Βαγγέλη Παπαχρήστο τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά, καθώς είναι πρώτα απ’ όλα φίλος και έπειτα συνεργάτης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα κάνουμε «εκπτώσεις». Είναι, πάντως, μια ξεχωριστή περίπτωση. Γενικότερα, δεν αναζητώ κάτι συγκεκριμένο στους δημιουργούς. Αρκούν η διάθεση για δουλειά και η αγάπη γι’ αυτό που κάνουμε. Ολα τα υπόλοιπα έρχονται.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βοηθούν έναν νέο καλλιτέχνη να αποκτήσει κοινό ή δημιουργούν πίεση για διαρκή έκθεση;

Οπως έχω ξαναπεί, ο ψηφιακός κόσμος είναι ευχή και κατάρα. Φαινομενικά, όλα είναι εύκολα, αφού μπορείς να μπεις στο σπίτι του καθενός. Παράλληλα, όμως, κινδυνεύεις να χαθείς μέσα σε αυτή τη «θάλασσα» πληροφοριών, που καμιά φορά αποδεικνύεται όχι και τόσο ανοιχτή και φιλόξενη! Προσωπικά, χρησιμοποιώ τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποκλειστικά ως εργαλείο της δουλειάς μου, έναν ακόμη τρόπο να επικοινωνώ τη μουσική μου.

Πώς επηρέασαν τη γενιά σας η οικονομική κρίση, η εργασιακή ανασφάλεια και η πανδημία;

Νομίζω ότι όλα αυτά μας πεισμώνουν περισσότερο απ’ όσο μας αποκαρδιώνουν. Οι δυσκολίες που αναφέρατε μας έφεραν, σχηματικά μιλώντας, πιο κοντά τον έναν στον άλλον, χωρίς φυσικά να χαίρεται κανείς με τέτοιες κοινωνικές αναταράξεις. Οσο για τις τέχνες, αποτελούν τις ρίζες μας, τον πολιτισμό μας, το ίδιο μας το σπίτι. Χωρίς αυτές δεν υπάρχεις και, όσο υπάρχουν, θα υπάρχει και μέλλον.

Ποια είναι η μεγαλύτερη αγωνία και η μεγαλύτερη ελπίδα της γενιάς σας;

Αγωνία για το αύριο, για την καθημερινότητα, για τη δυνατότητα να ζούμε με αξιοπρέπεια. Η μεγαλύτερη ελπίδα, για εμάς αλλά και για τις νεότερες γενιές, είναι η αγάπη γι’ αυτό που κάνουμε. Περισσότερες δημιουργίες, περισσότερες τέχνες, ένα ξόρκι στους κακούς μας τους καιρούς. Και, φυσικά, αλληλεγγύη και η υπενθύμιση πως ό,τι έχουμε είναι: ο ένας τον άλλον.