Το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών παρουσιάζει στην τριμηνιαία έκθεσή του τρία διαφορετικά σενάρια για την πορεία της ελληνικής οικονομίας το 2026, λαμβάνοντας υπόψη την έντονη αβεβαιότητα που έχει δημιουργήσει η ενεργειακή κρίση, η οποία πυροδοτήθηκε από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Στο βασικό σενάριο η ανάπτυξη προβλέπεται στο 1,8%, στο δυσμενές στο 1,4% και στο θετικό, το οποίο κρίνεται λιγότερο πιθανό, λίγο πάνω από 2%.
Σύμφωνα με το βασικό σενάριο πρόβλεψης, το ΙΟΒΕ εκτιμά ανάπτυξη στο 1,8% για το 2026, αναθεωρημένη προς τα κάτω. Η συνολική κατανάλωση θα παραμείνει οδηγός της ανάπτυξης, αν και σε ηπιότερο βαθμό λόγω του δυσμενούς διεθνούς περιβάλλοντος. Η εγχώρια ζήτηση θα υποστηρίζεται από την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος μέσω της βελτίωσης της αγοράς εργασίας, της αύξησης του κατώτατου μισθού και των φοροελαφρύνσεων. Αντίθετα, περιοριστικά θα λειτουργήσουν ο βραδύτερος ρυθμός αποκλιμάκωσης της ανεργίας, το αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης και η ενδυνάμωση των πληθωριστικών πιέσεων.
Ο μέσος πληθωρισμός στο βασικό σενάριο για το 2026 αναμένεται να διαμορφωθεί στο 2,5%, υψηλότερα από τον μέσο όρο στην Ευρωζώνη, ενώ η ανεργία εκτιμάται ότι θα μειωθεί στην περιοχή του 8,5%. Αμφότερες η ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση αναμένονται να επιταχυνθούν με ηπιότερους ρυθμούς, 1,7% και 0,9% αντίστοιχα.
Οι πάγιες επενδύσεις θα επιταχυνθούν χάρη στην υλοποίηση της τελικής φάσης του Ταμείου Ανάκαμψης, το υψηλό επίπεδο του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την αυξημένη πίστη προς τον ιδιωτικό τομέα και τις αυξημένες εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων. Ωστόσο, μία ενδεχόμενη αυστηροποίηση των χρηματοδοτικών συνθηκών και μία πιθανή χαμηλότερη του αναμενομένου απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης θα περιορίσουν την θετική αυτή τάση.
Οι ιδιωτικές επενδύσεις θα συνεχίσουν να καταγράφουν υψηλές επιδόσεις με ρυθμό αύξησης 14%. Το εξωτερικό έλλειμμα εκτιμάται ότι θα διευρυνθεί λόγω της ανόδου των εισαγωγών από την ισχυρή εγχώρια ζήτηση, με τον ετήσιο ρυθμό μεταβολής εξαγωγών και εισαγωγών να διαμορφώνεται στο 2,6% και 3,9% αντίστοιχα.
Στο εναλλακτικό σενάριο, το ΙΟΒΕ εκτιμά σημαντική επιβράδυνση της μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας στο 1,4% για το 2026. Η εν λόγω πιθανή εξέλιξη θα προέλθει πρωτίστως από την ηπιότερη επιτάχυνση της συνολικής κατανάλωσης, με κάμψη της ιδιωτικής κατανάλωσης στο 1,4%, ωστόσο χωρίς επίδραση στη δημόσια κατανάλωση όπου διατηρείται η πρόβλεψη για μεγέθυνση 0,9%, και τις πάγιες επενδύσεις στο 10,2%.
Μία ενδεχόμενη επιδείνωση του διεθνούς γεωπολιτικού κλίματος θα επιβαρύνει το ήδη αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο μίας μικρής ανοικτής οικονομίας όπως η Ελλάδα, υπονομεύοντας τον ρυθμό αύξησης τόσο των εξαγωγών όσο και των εισαγωγών της στο 1,5% και 3,4% αντίστοιχα.
Πέρα από τα δύο αναλυτικά σενάρια, σε ένα θετικό σενάριο, το ΙΟΒΕ εκτιμά μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας το 2026 με ρυθμό ελαφρά υψηλότερο από 2%, εφόσον οι τιμές ενέργειας ακολουθήσουν μεν το βασικό σενάριο, αλλά σε συνδυασμό με στροφή επιπλέον τουριστών προς την Ελλάδα.
Η έκθεση επισημαίνει και τους παράγοντες κινδύνου που έχουν όλες οι προβλέψεις. Συγκεκριμένα, η επιμονή των πληθωριστικών πιέσεων μπορεί να περιορίσει περαιτέρω την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Η παρατεταμένη διάρκεια των πολεμικών συρράξεων και του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ μπορεί να έχει δυσμενέστερες επιπτώσεις στο σκέλος της προσφοράς και των καναλιών ανεφοδιασμού.
Η ενίσχυση του προστατευτισμού στο διεθνές εμπόριο ενδέχεται να επηρεάσει δυσμενώς τις εξαγωγικές επιδόσεις. Η χαμηλότερη του αναμενομένου απορρόφηση και αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης θα μπορούσε να υπονομεύσει την επενδυτική δυναμική των επόμενων ετών.
Τέλος, η βραδύτερη υλοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων ενέχει κίνδυνο για την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα και τις μεσοπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας.
Για το τελευταίο τρίμηνο του προηγούμενου έτους, το ΙΟΒΕ σημειώνει την εκ νέου επιτάχυνση της δυναμικής πορείας του ελληνικού ΑΕΠ στο 2,4% σε ετήσια βάση το τέταρτο τρίμηνο του 2025, έναντι 2,1% το προηγούμενο τρίμηνο, με ενδυνάμωση της ιδιωτικής κατανάλωσης στο 2,5% από 1,4%, η οποία αντιστάθμισε την περαιτέρω επιβράδυνση της δημόσιας κατανάλωσης στο -2,2% από -0,3%.
Οι πάγιες επενδύσεις επιτάχυναν την ανοδική τροχιά τους για τρίτο συνεχόμενο τρίμηνο στο 14% από 13,2%, με παράλληλη αύξηση των συνολικών επενδύσεων στο 0,7% από -4,6% το τρίτο τρίμηνο του 2025, κυρίως λόγω της μείωσης των αποθεμάτων.
Το εξωτερικό ισοζύγιο κατέγραψε νέα βελτίωση, καθώς η συνέχιση της ισχυρής πορείας των συνολικών εξαγωγών στο 2,7% έναντι 1,5% το προηγούμενο τρίμηνο, με αύξηση των εξαγωγών αγαθών στο 7,1% έναντι 2,4% και μείωση των εξαγωγών υπηρεσιών στο -1,1% από 0,4%, υπεραντιστάθμισε την ανάκαμψη των συνολικών εισαγωγών στο 1,1% έναντι μείωσης 3,9%, με αύξηση των εισαγωγών τόσο των αγαθών στο 0,6% από πτώση 5% όσο και των υπηρεσιών στο 1,3% έναντι -1,9%.
Για την εκτέλεση του προϋπολογισμού, το ΙΟΒΕ σημειώνει ότι σε ταμειακή βάση κινήθηκε καλύτερα από τον στόχο το 2025, αλλά η υπεραπόδοση οφείλεται κυρίως σε ετεροχρονισμούς εισπράξεων και πληρωμών.
Καταγράφηκε ετήσια αύξηση στα δημόσια έσοδα 4% αλλά και στις δαπάνες 4,4%. Σε ταμειακή βάση, το 2025 ο Κρατικός Προϋπολογισμός κατέγραψε οριακό πλεόνασμα 100 εκατομμυρίων ευρώ και πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3,3% του ΑΕΠ.
Στο πρώτο δίμηνο του 2026 καταγράφηκε υπεραπόδοση στα δημόσια οικονομικά, σε ταμειακούς όρους, με πλεόνασμα στο ισοζύγιο του κρατικού προϋπολογισμού ύψους 898 εκατομμυρίων ευρώ, που αντιστοιχεί στο 0,3% του ΑΕΠ, και πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 2.990 εκατομμυρίων ευρώ, ή 1,1% του ΑΕΠ, η οποία όμως οφείλεται κυρίως σε ετεροχρονισμούς.
Η πρόσφατη κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή οδήγησε το υπουργείο Οικονομικών στη λήψη έκτακτων μέτρων στήριξης της κοινωνίας προσωρινού χαρακτήρα για το δίμηνο Απριλίου-Μαΐου, με την οικονομική δέσμη των μέτρων να ανέρχεται σε περίπου 300 εκατομμύρια ευρώ.
Το ποσοστό ανεργίας στο τέταρτο τρίμηνο του 2025 παρουσίασε μείωση στο 8,3% από 9,5% ένα έτος νωρίτερα. Τομείς υπηρεσιών κατέγραψαν τη μεγαλύτερη ετήσια άνοδο στην απασχόληση, όπως το εμπόριο, οι επαγγελματικές δραστηριότητες, οι τέχνες, η διασκέδαση και η ψυχαγωγία. Στα θετικά, το ποσοστό απασχόλησης του ηλικιακά ενεργού πληθυσμού αυξήθηκε σε ετήσια βάση, μειώνοντας την απόκλιση από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο.
Αντίστοιχα, η συμμετοχή στην εργασία παρουσίασε άνοδο, ενώ ο δείκτης μισθολογικού κόστους συνέχισε την αυξητική του τάση ετησίως αλλά και συγκριτικά με το προηγούμενο τρίμηνο. Καθώς η οικονομία θα καταγράφει μονοψήφιο ποσοστό ανεργίας, περαιτέρω μειώσεις αναμένονται βραδύτερες.
Η απασχόληση αναμένεται να ενισχυθεί το 2026, λόγω της ανοδικής τάσης σε κατανάλωση, επενδύσεις και σε επιμέρους τομείς της βιομηχανίας και των υπηρεσιών. Το ποσοστό ανεργίας, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΙΟΒΕ, αναμένεται να διαμορφωθεί το 2026 στην περιοχή του 8,5% στο βασικό σενάριο και 8,8% στο εναλλακτικό σενάριο.
Ο ρυθμός μεταβολής του Γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή διαμορφώθηκε στο 3% το πρώτο τρίμηνο του 2026, έναντι 3,1% για τον Εναρμονισμένο Δείκτη, από άνοδο 2,6% και 3% αντίστοιχα ένα έτος πριν. Η ενίσχυση ήταν ισχυρότερη τον Μάρτιο, με τον ΔΤΚ να αυξάνεται κατά 3,9%, έναντι 2,7% τον Φεβρουάριο.
Η ενίσχυση των τιμών οφείλεται τόσο στη θετική επίδραση της εγχώριας ζήτησης, με αυξήσεις σε κλάδους αγαθών όπως η διατροφή και η ένδυση, και υπηρεσιών όπως η διαμονή και η εστίαση, όσο και στην αύξηση των τιμών των ενεργειακών αγαθών τον Μάρτιο.
Σχετικά με την εξέλιξη του πληθωρισμού, το ΙΟΒΕ στο βασικό σενάριο εκτιμά ότι οι τιμές θα κινηθούν σε εντονότερα ανοδική τροχιά, με ρυθμό πληθωρισμού στην περιοχή του 3,5% το 2026, κυρίως λόγω της ενίσχυσης της τιμής των ενεργειακών αγαθών εν μέσω πολεμικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, η αβεβαιότητα γύρω από την εξέλιξη των τιμών το τρέχον έτος είναι ιδιαίτερα έντονη, κυρίως σε συνάρτηση με την εξέλιξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Σε περίπτωση που η ανακοινωθείσα εκεχειρία αποβεί βραχύβια, και οι πολεμικές συγκρούσεις συνεχιστούν με περαιτέρω αποκλεισμό του Στενού και επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, ο Εναρμονισμένος ΔΤΚ στο δυσμενές αυτό σενάριο αναμένεται να αυξηθεί με ρυθμό στην περιοχή του 4,5%.
Στο τραπεζικό σύστημα, για το σύνολο του 2025 καταγράφηκαν υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια, ρευστότητα και κερδοφορία, καθώς και ιστορικά χαμηλό ποσοστό Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων. Στις αρχές του 2026 συνεχίστηκε η υψηλή πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις και η μικρή πιστωτική επέκταση προς τα νοικοκυριά, ενώ σε σχετικά χαμηλά επίπεδα διατηρήθηκε το κόστος δημόσιου και ιδιωτικού δανεισμού.
Οι ιδιωτικές καταθέσεις καταγράφουν ήπια αυξητική πορεία, ενώ το περιθώριο επιτοκίου μειώθηκε αλλά παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Μεταξύ των προκλήσεων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, η ζήτηση για στεγαστικά δάνεια παραμένει αδύναμη, η αναμενόμενη αύξηση του κόστους χρηματοδότησης θα δράσει περιοριστικά για τους δανειζόμενους, η έκθεση των τραπεζών σε κρατικά ομόλογα καταγράφεται υψηλότερη συγκριτικά με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, το ποσοστό των κόκκινων δανείων εκτός τραπεζικών ισολογισμών παραμένει υψηλό, όπως και το μερίδιο αναβαλλόμενης φορολογίας στα ίδια κεφάλαια των τραπεζών.



