Μια ιδιαίτερα σημαντική δικαστική απόφαση του Πρωτοδικείου Βόλου έρχεται να βάλει «φρένο» στους ανεξέλεγκτους πλειστηριασμούς των funds, την ώρα μάλιστα που βρίσκονται σε συνεννόηση με τους δανειολήπτες για να ρυθμίσουν τα χρέη τους.
- Από τον Σπύρο Φρεμεντίτη*
Η απόφαση (18/2026), η οποία αφορά εμπορική επιχείρηση των Σποράδων και φυσικά πρόσωπα που συνδέονται με αυτήν, και την οποία παρουσιάζει η «κυριακάτικη δημοκρατία», εξετάζει ένα ζήτημα που τα τελευταία χρόνια απασχολεί ολοένα και περισσότερο επιχειρήσεις, δανειολήπτες και τη νομική κοινότητα. Tι συμβαίνει όταν προηγούνται συζητήσεις και διερευνητικές επαφές με ένα fund ή μία εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων και στη συνέχεια κινείται αιφνιδίως διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για να βγει η περιουσία του δανειολήπτη σε πλειστηριασμό;
Η υπόθεση ξεπερνά τα στενά όρια μιας συνηθισμένης δικαστικής αντιδικίας. Αγγίζει έναν από τους πιο κρίσιμους πυλώνες του σύγχρονου δικαίου των συναλλαγών: την προστασία της εμπιστοσύνης που δημιουργείται κατά τις διαπραγματεύσεις μεταξύ οφειλέτη και πιστωτή.
Συναινετική λύση
Σύμφωνα με όσα τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, πριν από την επίσπευση της διαδικασίας εκτέλεσης είχαν προηγηθεί επαφές, διαβουλεύσεις και επίσημο γραπτό αίτημα με σκοπό τη δυνατότητα εξωδικαστικής διευθέτησης της οφειλής, η οποία είχε εκτοξευτεί στο 1,5 εκατ. ευρώ. Οι δανειολήπτες υποστήριξαν ότι οι επαφές αυτές δεν ήταν απλώς τυπικές ή διερευνητικές, αλλά είχαν δημιουργήσει πραγματική προσδοκία ότι οι συζητήσεις θα συνεχίζονταν και ότι θα καταβαλλόταν προσπάθεια εξεύρεσης μιας κοινά αποδεκτής λύσης. Είχαν προτείνει είτε να καταβάλουν εφάπαξ 800.000 ευρώ ή άλλα ποσά σε δόσεις.
Ενώ βρίσκονταν σε επικοινωνία, η εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων, εντελώς ξαφνικά και χωρίς να τους ενημερώσει, ενεργοποίησε μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης. Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια εποχή όπου η διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη διαπραγμάτευση, στις αναδιαρθρώσεις και τις εξωδικαστικές λύσεις.
Οι δικηγόροι από το γραφείο Lextor Law Firm Βασίλης Κόκκαλης και Αγγελος Γιουρέλης που κέρδισαν την υπόθεση δήλωσαν στην «κυρακάτικη δημοκρατία»: «Είναι μια δικαστική απόφαση-σταθμός, επιτυχία για τους δανειολήπτες, καθώς κλείνει ο δρόμος για τις καταχρηστικές συμπεριφορές των funds και των εταιριών διαχείρισης. Οταν συζητάς για διευθέτηση του χρέους, είναι πλέον σοβαρός λόγος αναστολής πλειστηριασμού και απαγορεύεται στα funds να υφαρπάζουν τα σπίτια και τις περιουσίες των δανειοληπτών κυριολεκτικά αιφνιαδιάζοντάς τους».
Θεμελιώδης αρχή
Στην καρδιά της δικαστικής κρίσης βρέθηκαν η θεμελιώδης αρχή της καλής πίστης και η απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Το ελληνικό δίκαιο αναγνωρίζει ότι ακόμη και ένα απολύτως νόμιμο δικαίωμα δεν μπορεί να ασκείται χωρίς όρια. Η συμπεριφορά των συναλλασσομένων πρέπει να διέπεται από συνέπεια, ειλικρίνεια και σεβασμό στις εύλογες προσδοκίες που οι ίδιοι δημιουργούν. Η αρχή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις σχέσεις μεταξύ δανειοληπτών και διαχειριστών απαιτήσεων. Οι διαπραγματεύσεις για τη ρύθμιση οφειλών δεν αποτελούν απλές διαδικαστικές πράξεις.
Δημιουργούν συχνά ένα πλαίσιο επικοινωνίας και εμπιστοσύνης, μέσα στο οποίο οι εμπλεκόμενες πλευρές προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους και λαμβάνουν κρίσιμες οικονομικές αποφάσεις. Εάν από τη συμπεριφορά του ενός μέρους δημιουργηθεί στον άλλο η εύλογη πεποίθηση ότι η υπόθεση βαίνει προς συναινετική διευθέτηση, τότε το ερώτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο η αιφνίδια ενεργοποίηση μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με τις επιταγές της καλής πίστης. Από την άλλη πλευρά, η απόφαση αναδεικνύει ότι το δικαίωμα του πιστωτή να επιδιώξει την είσπραξη των απαιτήσεών του παραμένει πλήρως κατοχυρωμένο. Η αναγκαστική εκτέλεση αποτελεί θεμελιώδες εργαλείο προστασίας των δικαιωμάτων των δανειστών και βασικό μηχανισμό διασφάλισης της ασφάλειας των συναλλαγών.
Ευρύτερο αντίκτυπο
Η συγκεκριμένη δικαστική κρίση αποκτά χαρακτηριστικά απόφασης-σταθμού, καθώς επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα που αφορά χιλιάδες επιχειρήσεις και δανειολήπτες: Ποιο είναι το πραγματικό περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων με τα funds και ποια έννομα αποτελέσματα μπορούν να παράγουν;
Τα τελευταία χρόνια οι εξωδικαστικές διαδικασίες και οι προσπάθειες αναδιάρθρωσης οφειλών έχουν αναδειχθεί σε βασικό πυλώνα της οικονομικής ζωής. Παράλληλα, όμως, έχουν πολλαπλασιαστεί και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι συζητήσεις αυτές δεν οδηγούνται σε συμφωνία, προκαλώντας έντονες διαφωνίες για το κατά πόσο η μεταγενέστερη λήψη μέτρων εκτέλεσης ήταν αναμενόμενη ή αιφνίδια.
Η απόφαση υπογραμμίζει ότι τα δικαστήρια δεν εξετάζουν πλέον αποκλειστικά τις τυπικές προϋποθέσεις μιας διαδικασίας εκτέλεσης. Εστιάζουν ολοένα και περισσότερο στο πραγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίχθηκαν οι σχέσεις των μερών, στις συμπεριφορές που προηγήθηκαν και τις προσδοκίες που ενδεχομένως δημιουργήθηκαν.
Μήνυμα προς τα Funds
Η συγκεκριμένη δικαστική απόφαση εκπέμπει ένα ισχυρό μήνυμα τόσο προς τα funds όσο και προς την κυβέρνηση. Αναδεικνύει ένα σοβαρό θεσμικό κενό στις σχέσεις δανειοληπτών και εταιριών διαχείρισης απαιτήσεων. Στην πράξη, οι δανειολήπτες καλούνται να προσκομίσουν πλήρη οικονομικά στοιχεία και να συμμετάσχουν σε μακρές διαπραγματεύσεις για πιθανές ρυθμίσεις, χωρίς να λαμβάνουν σαφείς και έγγραφες απαντήσεις για την πορεία των συζητήσεων. Την ίδια στιγμή, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου, ενώ οι διαπραγματεύσεις εμφανίζονται να συνεχίζονται, προωθούνται παράλληλα διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και πλειστηριασμών.
Η Πολιτεία οφείλει να παρέμβει άμεσα και να θεσπίσει κανόνες διαφάνειας και υποχρεωτικής ενημέρωσης. Διότι σε ένα κράτος δικαίου η διαπραγμάτευση δεν μπορεί να λειτουργεί ως μέσο δημιουργίας προσδοκιών που καταλήγουν σε αιφνιδιασμό και απώλεια περιουσιών, αλλά ως πραγματικό εργαλείο εξεύρεσης δίκαιων και βιώσιμων λύσεων.
