Ως μεγάλη ανάσα για χιλιάδες ιδιοκτήτες παρουσιάζεται η νέα διαδικασία άρσης κατασχέσεων ακινήτων εν όψει πώλησης. Στην πραγματικότητα, όμως, η ρύθμιση δεν χαρίζει χρέη, δεν μειώνει φόρους και δεν αποδεσμεύει αυτόματα την περιουσία των οφειλετών. Απλώς επιτρέπει σε κάποιον να πουλήσει το κατασχεμένο ακίνητό του, ώστε να εισπράξει πρώτη η Εφορία μέρος ή ακόμη και ολόκληρο το τίμημα.
Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων χαρακτηρίζει τη ρύθμιση «λύτρωση» για όσους είχαν επί χρόνια μπλοκαρισμένη την περιουσία τους. Ωστόσο, η πραγματική εικόνα είναι λιγότερο πανηγυρική: ο οφειλέτης δεν παίρνει πίσω ελεύθερο το ακίνητό του, αλλά του επιτρέπεται να το πουλήσει υπό αυστηρούς όρους, με την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) να αποφασίζει πόσο από το τίμημα θα κρατήσει.
Επιπλέον, πίσω από τη νέα ρύθμιση κρύβονται ορισμένα «ψιλά γράμματα» που αλλάζουν πλήρως το τοπίο. Το τίμημα που θα αποδίδεται υποχρεωτικά στην Εφορία καθορίζεται από ένα «βαθμολόγιο» συνέπειας. Το ύψος της παρακράτησης καθορίζεται από βαθμολογία που διαμορφώνεται με βάση πέντε κριτήρια: τη συνέπεια στις ρυθμίσεις, την υποβολή δηλώσεων, το ποσό που αποπληρώθηκε μετά την κατάσχεση, τον χρόνο που μεσολάβησε έως την αίτηση και την προέλευση της οφειλής.
Συν τοις άλλοις, το μεγάλο πρόβλημα είναι πως ελάχιστοι οφειλέτες είναι συνεπείς στις φορολογικές τους υποχρεώσεις, ειδάλλως θα είχαν ενταχθεί σε κάποια ρύθμιση για «ξεμπλοκάρουν» το κατασχεμένο τους ακίνητο.

