Απογοήτευση σκόρπισε σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις η εξειδίκευση από τον Σταύρο Παπασταύρου των μέτρων για τη μείωση του ενεργειακού κόστους. Το συνολικό πακέτο περιλαμβάνει πολλές υποσχέσεις, αλλά ελάχιστα άμεσα μέτρα, με τις περισσότερες παρεμβάσεις να παραπέμπουν σε φθηνότερο ρεύμα από το 2029. Για ακόμα ένα κρίσιμο ζήτημα οι εντυπώσεις από τη ΔΕΘ ξεθωριάζουν πολύ γρήγορα.
Τα στοιχεία του ίδιου του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για το πόσο ακριβά πληρώνουν οι Ελληνες το ρεύμα είναι αποκαλυπτικά. Συγκεκριμένα, η μέση τιμή λιανικής ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά παραμένει περίπου 50% υψηλότερη σε σχέση με το 2019. Τα πρώτα μηνύματα, μάλιστα, για τον φετινό χειμώνα είναι ιδιαίτερα δυσοίωνα, καθώς η κατάσταση στη Μέση Ανατολή και η καθυστέρηση στην πλήρωση των ευρωπαϊκών ταμιευτήρων φυσικού αερίου απειλούν να εκτοξεύσουν τα τιμολόγια ρεύματος. Σε αυτό το περιβάλλον ο ο κ. Παπασταύρου ανακοίνωσε παρεμβάσεις για μείωση κατά 30% του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας μέσα στην επόμενη τριετία, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο για τη λήψη κάποιων άμεσων μέτρων αν επιδεινωθεί η κατάσταση στην αγορά ενέργειας.
Στο δεύτερο εξάμηνο του 2025 η τελική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά διαμορφωνόταν στα 237,8 ευρώ ανά MWh, με βάση στοιχεία της Eurostat. Η εκτίμηση του υπουργείου είναι ότι μια σωρευτική αποκλιμάκωση της τάξης του 30% θα οδηγούσε τη μέση τιμή στα 166,6 ευρώ/MW, κοντά δηλαδή στα επίπεδα πριν από την ενεργειακή κρίση.
Σύμφωνα με τον υπουργό, οι παρεμβάσεις της περιόδου 2027-2029 αφορούν μια ολιστική προσέγγιση για τη μείωση του κόστους με δράσεις εξοικονόμησης, ευελιξία στην κατανάλωση, παραγωγή ή αποθήκευση για ίδια χρήση. Θα χρηματοδοτηθούν με πόρους άνω των 5 δισ. ευρώ μέσα από το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο (2,1 δισ.), το Ταμείο για τα νησιά (2,3 δισ.) και τα ποσά για τη ρήτρα διαφυγής (600 εκατ).
Ο σχεδιασμός βασίζεται σε έξι άξονες: την περαιτέρω ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, την αποθήκευση, τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις των νησιών, τη μείωση των απωλειών του δικτύου και των ληξιπρόθεσμων οφειλών, την εξοικονόμηση ενέργειας και την αυτοκατανάλωση. Ειδικότερα, κεντρικό πυλώνα αποτελεί η αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα, κάτι που θα καταστεί εφικτό και μέσω της ενίσχυσης της αποθήκευσης. Στόχος του υπουργείου είναι η αποθήκευση να φτάσει το 1,5 GW το 2027, τα 3-4 GW το 2028 και τα 5-7 GW ως το 2030. Στο πλαίσιο αυτό θα διατεθούν 600 εκατ. ευρώ, τα 400 εκ. ευρώ εκ των οποίων προέρχονται από το Ταμείο Ανάκαμψης και τα 200 εκατ. από τη ρήτρα διαφυγής.
Οσον αφορά τις ΥΚΩ, από την 1η Ιανουαρίου 2027 η πρώτη κλίμακα (έως 500 kWh) μειώνεται κατά 50% (από 6,9 σε 3,45 ευρώ/MWh) για περίπου 6 εκατ. οικιακές παροχές, με την εξοικονόμηση να υπολογίζεται σε περίπου 50 εκατ. ευρώ ετησίως. Σημαντικό κομμάτι του σχεδιασμού αποτελεί και η μείωση των ρευματοκλοπών, καθώς η ετήσια απώλεια υπολογίζεται σε 450 εκατ. ευρώ. Στόχος του ΥΠΕΝ είναι η καθολική εγκατάσταση έξυπνων μετρητών έως το 2030. Πέρα απ’ αυτό έμφαση δίνεται στα νέα Εξοικονομώ. Το κοινωνικό κλιματικό ταμείο θα διαθέσει στους ευάλωτους 1,7 δισ. για ενεργειακή αναβάθμιση και αλλαγή συστημάτων θέρμανσης και θερμοσίφωνες, ενώ ανοίγει ο δρόμος για τη δυνατότητα εγκατάστασης φωτοβολταϊκών στο μπαλκόνι.
