Η δυνατότητα των νοικοκυριών να βάζουν χρήματα στην άκρη αποτελεί έναν από τους βασικούς δείκτες οικονομικής ασφάλειας. Στην Ελλάδα, ωστόσο, η εικόνα παραμένει προβληματική, με το ποσοστό αποταμίευσης να βρίσκεται σταθερά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να παραμένει αρνητικό τα τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, το ακαθάριστο ποσοστό αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών παρουσιάζει διαρκή απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε ολόκληρη την περίοδο 2014-2024.
Το ποσοστό αποταμίευσης εκφράζει το μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος που δεν κατευθύνεται στην κατανάλωση. Όταν γίνεται αρνητικό, σημαίνει ότι τα νοικοκυριά ως σύνολο δαπανούν περισσότερα από το διαθέσιμο εισόδημά τους. Η διαφορά μπορεί να καλυφθεί από αποταμιεύσεις προηγούμενων ετών, από ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων ή μέσω δανεισμού.
Αρνητική αποταμίευση για χρόνια
Η ελληνική απόκλιση από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί πρόσφατο φαινόμενο. Από το 2014 έως και το 2019 το ποσοστό αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών παρέμεινε κάτω από το μηδέν.
Η εικόνα άλλαξε προσωρινά το 2020 και το 2021, όταν οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν λόγω της πανδημίας περιόρισαν σημαντικά την κατανάλωση. Τα ελληνικά νοικοκυριά πέρασαν τότε σε θετικό ποσοστό αποταμίευσης, χωρίς όμως να καλυφθεί η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Μετά την πανδημία, ο δείκτης επέστρεψε σε αρνητικό έδαφος. Διαμορφώθηκε στο -5,0% το 2022, στο -2,4% το 2023 και στο -2,5% το 2024.
Την ίδια περίοδο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση το ποσοστό αποταμίευσης κινήθηκε σε σαφώς υψηλότερα επίπεδα. Από 12,7% το 2022 αυξήθηκε σε 14,5% το 2024. Έτσι, το 2024 η απόσταση μεταξύ Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ένωσης έφτασε τις 17 ποσοστιαίες μονάδες.
Νέα πίεση το 2026
Τα πιο πρόσφατα τριμηνιαία στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η αδυναμία δημιουργίας αποταμιεύσεων συνεχίστηκε και στις αρχές του 2026.
Στο α΄ τρίμηνο του 2026, το διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών μειώθηκε κατά 2,5% σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο, την ώρα που η καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε κατά 1,2%.
Η εικόνα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν διαφορετική: το διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 0,9%, ενώ η κατανάλωση ενισχύθηκε κατά 0,6%.
Η ταυτόχρονη μείωση του εισοδήματος και αύξηση της κατανάλωσης στην Ελλάδα ασκεί άμεση πίεση στην αποταμίευση. Ωστόσο, τα τριμηνιαία στοιχεία παρουσιάζουν διακυμάνσεις και από μόνα τους δεν αρκούν για να τεκμηριώσουν μια νέα μακροχρόνια τάση. Ενισχύουν, όμως, μια εικόνα που έχει ήδη διαμορφωθεί εδώ και χρόνια.
Χαρακτηριστική είναι και η μεταβολή του ίδιου του ποσοστού αποταμίευσης. Κατά το α΄ τρίμηνο του 2026, ο δείκτης υποχώρησε κατά 3,7 ποσοστιαίες μονάδες στην Ελλάδα, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκε κατά 0,2 μονάδες.
Και η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει αρνητική αποταμίευση
Παρόμοια εικόνα προκύπτει και από τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, αν και χρησιμοποιείται διαφορετικός ορισμός: η αποταμίευση των νοικοκυριών εκφράζεται ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Με βάση αυτή τη μέτρηση, η αποταμίευση των νοικοκυριών διαμορφώθηκε στο -1,5% του ΑΕΠ τόσο το 2024 όσο και το 2025.
Η Τράπεζα της Ελλάδος συνδέει την εξέλιξη με τις πληθωριστικές πιέσεις, την αυξημένη κατανάλωση, καθώς και το βάρος των φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων.
Τι σημαίνει για τα νοικοκυριά
Το αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης αφορά τον τομέα των νοικοκυριών συνολικά και δεν σημαίνει ότι κάθε ελληνικό νοικοκυριό δαπανά περισσότερα από όσα εισπράττει.
Ο μέσος όρος μπορεί να συνυπάρχει με σημαντικές ανισότητες. Ορισμένα νοικοκυριά μπορεί να αυξάνουν τις καταθέσεις ή την περιουσία τους, ενώ άλλα να καταναλώνουν προηγούμενες αποταμιεύσεις ή να μην έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν οικονομικό απόθεμα.
Η επίμονη αρνητική αποταμίευση έχει, πάντως, μια σαφή συνέπεια σε επίπεδο ανθεκτικότητας: περιορίζει τα περιθώρια που διαθέτουν τα νοικοκυριά για να αντιμετωπίσουν μια απώλεια εισοδήματος ή μια έκτακτη δαπάνη.
Η δημιουργία αποθέματος εξαρτάται τελικά από τη σχέση ανάμεσα στο διαθέσιμο εισόδημα και το κόστος διαβίωσης. Η ενίσχυση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος και η αποκλιμάκωση του βάρους βασικών δαπανών, όπως η στέγαση, η ενέργεια και τα τρόφιμα, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη δυνατότητα των νοικοκυριών να αποταμιεύουν.
Έτσι, πέρα από την ονομαστική αύξηση των εισοδημάτων, καθοριστική παράμετρος της οικονομικής ασφάλειας παραμένει το κατά πόσο ένα νοικοκυριό μπορεί να δημιουργεί και να διατηρεί ένα οικονομικό «μαξιλάρι» για το μέλλον.
ΠΗΓΗ: dealnews.gr

