Ο υπουργός Υγείας το χαρακτηρίζει «πολιτική διαμεσολάβηση» και απαιτεί να μην ποινικοποιείται
Θεσμικά άδικη, θεσμικά άνιση και θεσμικά εξαρτημένη στο κομματικό νταραβέρι. Ετσι οφείλει, ή έστω έτσι μπορεί κάλλιστα να είναι η ελληνική κοινωνία, σύμφωνα με τον υπουργό Υγείας και αντιπρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας Αδωνι Γεωργιάδη. Γιατί «το ρουσφέτι δεν είναι κατ’ ανάγκη παράνομο και δεν πρέπει να έχει ποινικές κυρώσεις. Είναι μέρος της πολιτικής κουλτούρας».
- Από τον Βασίλη Γαλούπη
Στην ουσία όλοι βλέπουν πως η ίδια η κυβέρνηση δημιουργεί και πληθαίνει την ανισότητα που υποκριτικά προσποιείται ότι καταδικάζει. Στο «γαλατικό χωριό» του Μαξίμου, που κάθε ψήφος εξαγοράζεται και οι κανόνες υπάρχουν μόνο για να παρακάμπτονται, το ρουσφέτι δεν αποτελεί απλώς κανονικότητα. Είναι κατοχυρωμένη θεσμική υποχρέωση. Πρακτικά, αποτελεί το μεγαλύτερο στρατηγικό πρότζεκτ της κυβέρνησης Κυριάκου.
Πάνω από 18,5 δισ. ευρώ δημόσιου χρήματος έχουν δώσει σε «επιχειρηματίες» της επιλογής τους με 1.033.297 συμβάσεις απευθείας ανάθεσης στην εξαετία 2020-2025. Διάφοροι κομματάρχες, παρατρεχάμενοι, «κουμπάροι», αφισοκολλητές και Γκρούεζες τσοπαναραίοι τσέπωσαν εκατομμύρια μέσω ΟΠΕΚΕΠΕ. Κατά 50% αύξησε από το 2019 τους διορισμούς των «δικών της παιδιών» η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με τον μέσο όρο των μετακλητών να φτάνει στους 3.644 ήδη από το 2025.
Πόση αριστεία ακόμα να αντέξει ένα κράτος της Ε.Ε.; Πόση αξιοκρατία να καμαρώσει ο φορολογούμενος πολίτης; Στη σημερινή κανονικότητα κάποιοι ζουν τον σοσιαλιστικό παράδεισο στην πράξη, φτάνει να είναι «ρουσφέτια» που στην ούγια θα γράφουν «του Μητσοτάκη». Ποιος πήρε αυτό που ήθελε, είτε ήταν μια απευθείας ανάθεση είτε μια «εξυπηρέτηση» για να παρακάμψει τους υπολοίπους; Οποιος έχει πρόσβαση στην «πολιτική διαμεσολάβηση», όπως… εύστοχα το λέει ο Αδωνις.
Με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ να κυριαρχεί στην ατζέντα και την κυβέρνηση να μην μπορεί να την αλλάξει, ο Γεωργιάδης βγαίνει στα κανάλια προσπαθώντας να υποβαθμίσει τη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, μιλώντας για «ρουσφέτια», τα οποία παρουσιάζει όχι μόνο ως αναπόφευκτα, αλλά και… θετικά. Χθες, μιλώντας στο Action24, ο Αδωνις επιχείρησε να απαντήσει στην κριτική ότι υπερασπίζεται το πολιτικό ρουσφέτι. «Τα αρνητικά σχόλια λένε ότι εγώ προσπαθώ να δικαιολογήσω το ρουσφέτι. Οχι. Αντιθέτως, μετέχω σε μια κυβέρνηση και έχω ο ίδιος πρωταγωνιστήσει σε μια σειρά μεταρρυθμίσεων για να είναι το ρουσφέτι, η “πολιτική διαμεσολάβηση”, όπως λέω εγώ, ολοένα και λιγότερο χρήσιμη στους πολίτες».
Και συνέχισε το παραλήρημα: «Το ερώτημα είναι: το ρουσφέτι είναι κατ’ ανάγκη παράνομο; Πρέπει να έχει ποινικές κυρώσεις; Κατά τη γνώμη μου, όχι. Είναι μέρος της πολιτικής κουλτούρας και δεν είναι πάντα αρνητικό». Σαν να μην έφταναν αυτά, μπέρδεψε και τη διάκριση των εξουσιών, δίνοντάς μας την ετυμηγορία του για τις δικογραφίες, η οποία φυσικά είναι: Αθώοι όλοι, προκαταβολικά: «Καμία πράξη από τις πράξεις που έχουν έρθει στη Βουλή, μιλάω για τις συγκεκριμένες 13 δικογραφίες, δεν είναι παράνομη πράξη. Ούτε μία. Εχω διαβάσει μία προς μία τις δικογραφίες. Ακούω κριτική ότι ο Αδωνις έγινε δικαστής και δίκασε. Οχι, δεν έγινε δικαστής, αλλά κατέχει τον κοινό νου και μπορεί να κάνει μια πρόβλεψη. Μπορεί να πέσω μέσα μπορεί και έξω. Δεν διστάζω να κάνω αυτήν την πρόβλεψη. Θα αθωωθούν όλοι».
Το συναλλακτικό στιλ της εξουσίας που περιγράφει ο Γεωργιάδης είναι στην πραγματικότητα μια κυνική έλλειψη νομιμότητας που αντικρούει το ίδιο το Σύνταγμα και την αρχή της ισότητας. Στην αγωνία του να δικαιολογήσει το ρουσφέτι ως… πολιτισμικό φαινόμενο, που ούτε παράνομο πρέπει να είναι ούτε κυρώσεις οφείλει να έχει, ανέφερε για λόγους ευπρέπειας και ότι η κυβέρνησή του κάνει «μεταρρυθμίσεις για να είναι το ρουσφέτι ή η πολιτική διαμεσολάβηση, όπως το λέω εγώ, ολοένα και λιγότερο χρήσιμη στους συμπολίτες μου».
Η κυβέρνηση, βέβαια, είχε ήδη στη διάθεσή της επτά ολόκληρα χρόνια για «μεταρρυθμίσεις», αλλά συνεχίζει να εξαγοράζει την παραμονή στην εξουσία με «χάρες». Μετέτρεψε την Ελλάδα σε μια χώρα «Φραπέδων» και «Χασάπηδων». Και πανηγυρίζει! Για τον Αδωνι, που λειτουργεί εξυπηρετικά σαν το alter ego του Μητσοτάκη, αφού εκείνος ως πρωθυπουργός δεν μπορεί να επιτίθεται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, τα ρουσφέτια παρουσιάζονται κάπως σαν ανθρωπιστικό έργο. Στο κυβερνητικό αφήγημα περί «ψυχοπονιάρικων» ρουσφετιών, βουλευτές χρησιμοποιούν παραδείγματα αλατισμένα με πόνο και κακουχίες.
Πότε το ένα ρουσφέτι ήταν σε δύσκολη θέση, πότε το άλλο είχε πρόβλημα υγείας κ.λπ. Μόνο που για κάθε έναν με «πρόβλημα» που καβαλάει την ουρά και κάνει τη δουλίτσα του εις βάρος του συνόλου, υπάρχουν αμέτρητοι άλλοι, με ακόμα μεγαλύτερα προσωπικά προβλήματα, που είτε δεν διαθέτουν μπαρμπάδες στην Κορώνη είτε απλώς δεν καταδέχονται να ζητήσουν την «πολιτική διαμεσολάβησή» τους. Αυτό που περιγράφει ο Αδωνις ως «μέρος της πολιτικής κουλτούρας» αποτελεί κατάχρηση εξουσίας και παράκαμψη της νομιμότητας.
Κάποτε, σε ένα θεωρητικό μέλλον, το ρουσφέτι μπορεί να εκλείψει, όταν… ενισχυθούν θεσμικά η διαφάνεια και η αξιοκρατία, είπε ο Γεωργιάδης. Μέχρι να έρθει αυτό το κάποτε, βέβαια, μπορούν να κυβερνούν με ρουσφέτια, αφού «ούτε είναι κατ’ ανάγκη παράνομο ούτε πρέπει να έχει ποινικές κυρώσεις». Το «κάποτε» για τον Αδωνι και την κυβέρνησή του είναι τώρα. Επειτα από επτά χρόνια στην εξουσία το να βαφτίζουν κοινωνικές παθογένειες τον δικό τους πολιτικό μηχανισμό εξουσίας μόνο γέλιο προκαλεί.
Η καμπάνια rebranding του ρουσφετιού ως θεσμική πρακτική στην οποία έχει επιδοθεί ο Αδωνις αυτές τις μέρες είναι διπλά καιροσκοπική. Από τη μια παρουσιάζει την οργανωμένη αρπαγή ευρωπαϊκών κονδυλίων μέσω ΟΠΕΚΕΠΕ ως «εξυπηρετήσεις». Κι από την άλλη εκχυδαΐζει κάθε έννοια ισονομίας. Οι πολίτες είναι ίσοι, λέει το Σύνταγμα, αλλά οι ψηφοφόροι «μας» πιο ίσοι από τους άλλους.
ΑΔΩΝΙΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
Υπουργός Υγείας
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα και σπούδασε στη Φιλοσοφική του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου. Από το 1993 έγινε επικεφαλής του (οικογενειακού) εκδοτικού οίκου. Εξελέγη πρώτη φορά βουλευτής με τον ΛΑΟΣ το 2007 και το 2012 προσχώρησε στη Ν.Δ. Στις 25 Ιουνίου 2013 και για έναν χρόνο τοποθετήθηκε υπουργός Υγείας στη συγκυβέρνηση της Ν.Δ. με το ΠΑΣΟΚ. Στην πρώτη τετραετία Μητσοτάκη ήταν υπουργός Ανάπτυξης και στη δεύτερη ανέλαβε υπουργός Εργασίας. Από τις αρχές του Ιανουαρίου του 2024 είναι υπουργός Υγείας.