H επίτιμη πρόεδρος του Αρείου Πάγου και πρώην πρωθυπουργός Βασιλική Θάνου μιλά στην «κυριακάτικη δημοκρατία» για την ανανέωση της θητείας των εντεταλμένων εισαγγελέων αλλά και την αναθεώρηση άρθρων του Συντάγματος και το «ρουσφέτι»
- Από τη Μαρία Παναγιώτου
[email protected]
H επίτιμη πρόεδρος του Αρείου Πάγου και πρώην πρωθυπουργός Βασιλική Θάνου τοποθετείται στην «κυριακάτικη δημοκρατία» για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, την αναθεώρηση άρθρων του Συντάγματος και τη δίκη των Τεμπών.
Κυρία πρόεδρε, τελικά η κυρία Κοβέσι κινήθηκε στο ίδιο κλίμα με όσα αναφέρατε σε άρθρο σας την περασμένη εβδομάδα. Είπε δηλαδή ότι η ανανέωση της θητείας των εντεταλμένων γίνεται από το Κολέγιο των Ευρωπαίων Εισαγγελέων και έπειτα εγκρίνεται η απόσπασή τους από τον Αρειο Πάγο.
Ο Κανονισμός 2017/1939 ορίζει ρητά ότι το Συλλογικό Οργανο (Κολέγιο) των Ευρωπαίων Εισαγγελέων «αποφασίζει» (όχι «προτείνει» ή «εισηγείται») την ανανέωση της θητείας των εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων έξι μήνες πριν από τη λήξη της θητείας τους και κατά συνέπεια είναι απόλυτα νόμιμη η απόφαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Περαιτέρω, το Σύνταγμα, στο άρθ. 90 παρ.1, ορίζει ότι οι αποσπάσεις των δικαστικών λειτουργών αποφασίζονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο θεωρητικά μεν μπορεί να λάβει απόφαση αντίθετη και να αρνηθεί την απόσπαση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία των τριών (εκ του συνόλου των εννέα) Ελλήνων εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων, των οποίων η έρευνα των υποθέσεων που έχουν χρεωθεί βρίσκεται σε εξέλιξη.
Πλην όμως, μία τέτοια «σύγκρουση» χωρίς εμφανή δικαιολογία θα δημιουργήσει πλείστα ερωτήματα και θα επιφέρει πλήγμα στην αξιοπιστία του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, αφού η μέχρι σήμερα θητεία τους και το έργο τους αξιολογήθηκαν και κρίθηκαν ήδη ομόφωνα ως θετικά, με κριτήρια διαφανή και αντικειμενικά (άρθρο 8) με τη νόμιμη απόφαση ενός ευρωπαϊκού θεσμικού οργάνου που απαρτίζεται από την Ευρωπαία γενική εισαγγελέα και 24 Ευρωπαίους εισαγγελείς, έναν από καθεμία συμμετέχουσα χώρα. Και με δεδομένο μάλιστα τον μεγάλο θόρυβο που έχουν προκαλέσει συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα της κυβερνητικής παράταξης, τα οποία ενοχλήθηκαν από τις έρευνες και αφενός μεν στρέφονται με απαξιωτικές και προσβλητικές εκφράσεις κατά της Λάουρα Κοβέσι και των τριών Ελλήνων εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων, αφετέρου δε προβαίνουν σε υποδείξεις προς το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, με ανεπίτρεπτες παρεμβάσεις τους.
Εκτός από τα άλλα αδικήματα που ανέφερε η κυρία Κοβέσι, τόνισε και την «εμπορία επιρροής», που είναι ίσως ένας νομικός όρος για το ρουσφέτι. Είναι το ρουσφέτι ποινικό αδίκημα ακόμη κι εάν δεν ζητείται η παραβίαση των νόμων;
Η ενέργεια που χαρακτηρίζεται ως «ρουσφέτι» δεν στοιχειοθετεί, σε κάθε περίπτωση, ποινικό αδίκημα. Το αδίκημα της «εμπορίας επιρροής» του άρθρου 237Α Ποιν. Κωδ. συγκαταλέγεται στα αδικήματα διαφθοράς. Στοιχειοθετείται όταν ο «μεσάζων» ζητά ή λαμβάνει την υπόσχεση παροχής ωφελήματος, οικονομικού ή άλλου, για τον εαυτό του ή για τρίτον, ως αντάλλαγμα για αθέμιτη επιρροή, την οποία ισχυρίζεται ότι μπορεί να ασκήσει σε δημόσιο λειτουργό, με σκοπό τη διενέργεια πράξεως ή παραλείψεως, η οποία αντίκειται στα καθήκοντά του ή σχετίζεται με αυτά (ευνοϊκή μεταχείριση, κατά προτεραιότητα διεκπεραίωση κ.λπ.). Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος αρκεί απλώς να ζητά, δεν απαιτείται η ολοκλήρωση, δηλαδή η λήψη του αιτηθέντος. Το όφελος δεν απαιτείται να αφορά τον εαυτό του, αλλά μπορεί να αφορά και τρίτον. Το αδίκημα είναι πλημμέλημα και τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους.
Μετά την άρση της ασυλίας των βουλευτών, ποια ακριβώς διαδικασία θα ακολουθηθεί;
Οι εντεταλμένοι Ελληνες Ευρωπαίοι εισαγγελείς έχουν όλες τις αρμοδιότητες και τις εξουσίες που έχουν οι εθνικοί εισαγγελείς, αλλά ενεργούν για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Οταν πρόκειται για βουλευτή, θα πρέπει να ληφθεί απόφαση από τη Βουλή (άρθρο 62 Συντάγματος) για την άρση της ασυλίας τους, ώστε να καταστεί δυνατή η συνέχιση της έρευνας.
Επομένως, μετά την άρση της ασυλίας θα συνεχιστεί η έρευνα από τους Ελληνες εντεταλμένους Ευρωπαίους εισαγγελείς, οι οποίοι έχουν χρεωθεί και διεξάγουν ήδη την έρευνα για τις συγκεκριμένες υποθέσεις (προφανώς αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος για τον οποίον η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποφάσισε την ανανέωση της θητείας των τριών εισαγγελέων, των οποίων η έρευνα είναι σε εξέλιξη και η τυχόν αντικατάστασή τους θα οδηγήσει μοιραία σε καθυστέρηση της έρευνας). Εάν από την έρευνα προκύψουν ενδείξεις, θα ασκήσουν ποινική δίωξη ή άλλως θα αρχειοθετήσουν την υπόθεση και, αν περαιτέρω προκύψουν οι προϋποθέσεις, σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα, θα παραπέμψουν την υπόθεση στο δικαστήριο και θα συμμετέχουν οι ίδιοι στην έδρα ως εισαγγελικοί λειτουργοί.
Κυρία πρόεδρε, επειδή εκφράστηκαν αντικρουόμενες απόψεις για το θέμα της αναθεώρησης της παραγράφου 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος, δηλαδή για την επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων της χώρας από το υπουργικό συμβούλιο ή το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, θα θέλαμε και τη δική σας άποψη.
Πρόσφατα θεσπίσθηκε χωρίς αναθεώρηση του Συντάγματος, με νομοθετική ρύθμιση, η γνωμοδοτική συμμετοχή των Ολομελειών των Ανώτατων Δικαστηρίων στην επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Πλην όμως, το υπουργικό συμβούλιο αγνόησε επιδεικτικά τη γνώμη της Ολομέλειας. Κατά την άποψή μου η αρμοδιότητα επιλογής πρέπει να παραμείνει στο υπουργικό συμβούλιο, το οποίο, όμως, θα δεσμεύεται μεταξύ των πέντε πρώτων προσώπων τα οποία προτείνονται από την Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Ποια είναι η γνώμη σας και για την αναθεώρηση του άρθρου 86;
Η μεν σύντομη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 86 του Συντάγματος (πανευρωπαϊκή πρωτοτυπία) καταργήθηκε -επιτέλους- με την αναθεώρηση του 2019 και έτσι ισχύει πλέον και για τα αδικήματα των υπουργών, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ο γενικός χρόνος παραγραφής του Ποινικού Κώδικα. Η προνομιακή ρύθμιση της άσκησης της ποινικής δίωξης από τη Βουλή έχει ως αιτιολογία τις εγγυήσεις για την προστασία από καταχρηστικές ή πολιτικά υποκινούμενες ποινικές διώξεις. Ομως στην πράξη γίνεται καταχρηστική χρήση της προνομιακής διάταξης από την εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία προς προστασία των «ημέτερων» υπουργών. Το άρθρο 86 του Συντάγματος πρέπει να καταργηθεί και να περιέλθει η αρμοδιότητα στον «φυσικό δικαστή». Και ο δικαστής οφείλει να ενεργεί ενθυμούμενος ότι η Δικαιοσύνη δεν σταματά μπροστά σε πρόσωπα με κυβερνητικά αξιώματα ή με πολιτική ισχύ.
«Πλήγμα στο κύρος της Δικαιοσύνης όσα συνέβησαν στην αίθουσα του δικαστηρίου»
Θα θέλαμε να σχολιάσετε και το θέμα της αίθουσας της κύριας δίκης των Τεμπών. Θα μπορούσε να είχε μεταφερθεί σε αίθουσα εκτός Λάρισας;
Η απαράδεκτη κατάσταση στην αίθουσα του δικαστηρίου κατά την έναρξη της δίκης των Τεμπών αποτελεί έλλειψη σεβασμού προς τους συγγενείς, για τους οποίους η ταλαιπωρία που υφίστανται από την ακαταλληλότητα της αίθουσας επαυξάνει τον πόνο τους για την απώλεια των αγαπημένων τους προσώπων. Επιπλέον, προκάλεσε ακόμη ένα πλήγμα στο κύρος της Δικαιοσύνης, παρά το γεγονός ότι οι δικαστές ουδεμία ευθύνη έχουν για την αίθουσα συνεδριάσεων, την καταλληλότητα της οποίας οφείλει να διασφαλίζει ο υπουργός Δικαιοσύνης. Με δεδομένο ότι η αίθουσα κατασκευάστηκε εξαρχής, με δαπάνη 1,5 εκατομμυρίου ευρώ, το υπουργείο Δικαιοσύνης όφειλε να έχει λάβει γνώση των πραγματικών αναγκών για τη συγκεκριμένη, πολύ σοβαρή δίκη. Η μεταφορά της δίκης σε άλλη περιφέρεια, εκτός Λάρισας, θα προκαλούσε ενδεχομένως υπόνοιες για συγκεκριμένες σκοπιμότητες.