Αμήχανη η κυβέρνηση μπροστά στην τουρκική επιθετικότητα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Διαφωνίες και αποστάσεις στο εσωτερικό από την κεντρική «γραμμή» των υποχωρήσεων
Η στρατηγική των «ήρεμων νερών», την οποία το Μέγαρο Μαξίμου παρουσίασε τα τελευταία χρόνια ως υπόδειγμα υπεύθυνης εξωτερικής πολιτικής και διπλωματικής ωριμότητας, εξελίσσεται πλέον σε έναν από τους πιο καταστροφικούς και επικίνδυνους πυλώνες της κυβερνητικής πολιτικής στα Ελληνοτουρκικά.
Αυτό που διαφημίστηκε ως περίοδος σταθερότητας και αποκλιμάκωσης καταλήγει να αποτυπώνεται ως μια μακρά ακολουθία υποχωρήσεων, αντιφάσεων, αμηχανίας και διαρκούς προσαρμογής στις κινήσεις της Αγκυρας. Η τουρκική πλευρά, αντί να περιορίσει την επιθετική της ρητορική και τον αναθεωρητισμό της, εμφανίζεται ολοένα πιο αποθρασυμένη, αντιλαμβανόμενη πως απέναντί της βρίσκεται μια κυβέρνηση που επενδύει σχεδόν εμμονικά στη μετριοπάθεια και την αποφυγή οποιασδήποτε ουσιαστικής σύγκρουσης. Η υπόθεση της «Γαλάζιας Πατρίδας» αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εκκωφαντικής ανεπάρκειας από πλευράς κυβέρνησης.
Την ώρα που η Τουρκία επιχειρεί να μετατρέψει το αναθεωρητικό της δόγμα σε εσωτερικό νομοθετικό πλαίσιο, κωδικοποιώντας ανοιχτά διεκδικήσεις εις βάρος ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων σε Αιγαίο και ανατολική Μεσόγειο, η ελληνική κυβέρνηση, αρνούμενη να αντιληφθεί τον κίνδυνο, εμφανίζεται να αντιμετωπίζει το ζήτημα με μια παθητική ψυχραιμία που αγγίζει τα όρια της αδιαφορίας.
Ενδεικτικό του κλίματος σύγχυσης που επικρατεί ήταν το γεγονός ότι ενώ ο Γιώργος Γεραπετρίτης παραδεχόταν ουσιαστικά ότι πιθανή νομοθέτηση της «Γαλάζιας Πατρίδας» θα μπορούσε να πυροδοτήσει νέα ένταση στο Αιγαίο, η εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Λάνα Ζωχιού εμφανιζόταν να εκπέμπει σε τελείως διαφορετικό μήκος κύματος, δηλώνοντας ότι «το υπουργείο Εξωτερικών δεν σχολιάζει δημοσιεύματα» και ότι «η Αθήνα θα αντιδράσει όταν θα υπάρξει επίσημη ενημέρωση για το περιεχόμενο του νομοσχεδίου», ενώ έφτασε στο σημείο να τονίσει ότι η κυβέρνηση «συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία και τις πληροφορίες, αλλά δεν προβαίνει σε κινήσεις που μπορεί να μας εκθέσουν».
Την ίδια στιγμή, έσπευδε να διαβεβαιώσει ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας με την Τουρκία παραμένουν ανοιχτοί, καλώντας σε «ψυχραιμία» μέχρι να υπάρξει πλήρης εικόνα. Οι ενέργειες αυτές αποτυπώνουν, αν μη τι άλλο, το κλίμα φόβου που διαπερνούν οριζόντια την κυβέρνηση και το υπουργείο Εξωτερικών, που τρέμει για να μη διαταραχθεί το αφήγημα των «ήρεμων νερών», αγνοώντας τον υπαρκτό κίνδυνο κι αδυνατώντας να χαράξει μια σαφή εθνική γραμμή. Οι διαρκείς αντιφάσεις, οι καθυστερήσεις και οι αντικρουόμενες τοποθετήσεις αποτυπώνουν πλέον μια κυβέρνηση εγκλωβισμένη ανάμεσα στην επικοινωνιακή διαχείριση και την εμφανή αδυναμία χάραξης σταθερής στρατηγικής απέναντι στις δυσμενείς εξελίξεις.
Μέσα σε αυτό το κλίμα οι ολοένα και πιο εμφανείς αποστάσεις του Νίκου Δένδια από τη λογική των «ήρεμων νερών» αποκτούν ξεχωριστή πολιτική σημασία. Οι παρεμβάσεις και οι δημόσιες τοποθετήσεις του υπουργού Αμυνας αποκαλύπτουν ότι ακόμη και στο εσωτερικό της κυβέρνησης υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για την κατεύθυνση που έχει επιλέξει το Μέγαρο Μαξίμου. Η εικόνα μιας κυβέρνησης με πολλαπλές γραμμές στα εθνικά ζητήματα και διαφορετικά κέντρα ανάγνωσης των τουρκικών κινήσεων ενισχύει περαιτέρω την αίσθηση ερασιτεχνισμού και στρατηγικής αστάθειας.
Εξίσου αποκαλυπτική υπήρξε η υπόθεση της απόσυρσης των συστοιχιών Patriot από την Κάρπαθο και το Διδυμότειχο. Αρχικά, η κυβέρνηση επιχείρησε να παρουσιάσει την απόφαση ως μια καθαρά επιχειρησιακή αναδιάταξη αμυντικών μέσων. Ωστόσο, η ίδια η κυβερνητική επιχειρηματολογία κατέρρευσε όταν ο Αγγελος Συρίγος και ο Αδωνις Γεωργιάδης παραδέχτηκαν δημόσια ότι η απομάκρυνση των οπλικών συστημάτων συνδέθηκε με τις αντιδράσεις και την ενόχληση της Τουρκίας στους μηχανισμούς του ΝΑΤΟ, επιβεβαιώνοντας την εικόνα ότι η Αθήνα προχώρησε σε μια κίνηση προσαρμογής απέναντι στις τουρκικές απαιτήσεις.
Το πρόσφατο πανικόβλητο «άδειασμα» του Συρίγου από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να επιβεβαιώσει το αλαλούμ που επικρατεί στο εσωτερικό της κυβέρνησης. Ο Παύλος Μαρινάκης επέμεινε ότι «δεν έχει καμία σχέση ή εμπλοκή η Τουρκία» με την απόφαση και ότι πρόκειται για «καθαρά επιχειρησιακή επιλογή», την ώρα όμως που κορυφαία κυβερνητικά στελέχη είχαν ήδη περιγράψει δημόσια μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Το αποτέλεσμα ήταν να ενισχυθεί η εντύπωση μιας κυβέρνησης που προσπαθεί εκ των υστέρων να καλύψει πολιτικά επιλογές οι οποίες εκπέμπουν ξεκάθαρο μήνυμα υποχωρητικότητας απέναντι στην Αγκυρα.