Ενώ η ελληνική κοινωνία πιέζεται ασφυκτικά από το συνεχιζόμενο κύμα της ακρίβειας και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί «ξεσκονίζουν» τη χώρα για τη διαχείριση του δημοσίου χρήματος, η σημερινή εισήγηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Υπουργικό Συμβούλιο έμοιαζε με μια καλά σκηνοθετημένη άσκηση πολιτικού αποπροσανατολισμού. Αντί για δομικές απαντήσεις στα φλέγοντα προβλήματα του παρόντος, ο Πρωθυπουργός επέλεξε να παρουσιάσει μια εικονική πραγματικότητα, μοιράζοντας επικοινωνιακά αντίδοτα, ανακυκλώνοντας την πόλωση του παρελθόντος και καταφεύγοντας σε έναν μάλλον γραφικό «εκσυγχρονισμό» των εντυπώσεων.
Το πρώτο βολικό αφήγημα της ημέρας ήταν, για ακόμη μια φορά, η «εισαγόμενη» φύση των εγχώριων δεινών. Ο Πρωθυπουργός έσπευσε να βαφτίσει την παρατεταμένη οικονομική στενότητα των νοικοκυριών ως απόρροια της κρίσης στο Ιράν, χρησιμοποιώντας τη γεωπολιτική αστάθεια ως μόνιμο άλλοθι για την άρνηση λήψης ουσιαστικών μέτρων, όπως η μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά. Την ίδια στιγμή, τα αντίμετρα που επιστράτευσε –όπως η παράταση της επιδότησης των 15 λεπτών στο diesel κίνησης και το εφάπαξ επίδομα παιδιού για τον Ιούνιο– παρουσιάστηκαν με θριαμβευτικούς τόνους, παρά το γεγονός ότι αποτελούν απλά «ψίχουλα» που εξανεμίζονται στις πρώτες δύο επισκέψεις στο σούπερ μάρκετ. Η ίδια η φράση του, «όχι αυτό που θα θέλαμε, αλλά αυτό που μπορούμε», συνιστά μια έμμεση ομολογία της κυβερνητικής αδυναμίας να χτυπήσει την αισχροκέρδεια στη ρίζα της.
Παράλληλα, ο έκδηλος εκνευρισμός του Μεγάρου Μαξίμου για τις ανακατατάξεις στην Κεντροαριστερά και την αποψινή επίσημη παρουσίαση του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα έγινε παραπάνω από εμφανής. Ο κ. Μητσοτάκης αφιέρωσε σημαντικό μέρος του λόγου του για να επιτεθεί στην αντιπολίτευση, κάνοντας λόγο για «πολιτική Βαβέλ» και ειρωνευόμενος τα «νέα κόμματα με παλιά προσωπεία». Επιστρατεύοντας ξανά τη ρητορική περί «σκευωρίας Novartis» με αφορμή την καταψήφιση της ανανέωσης της θητείας του Γιάννη Στουρνάρα από το ΠΑΣΟΚ, η κυβέρνηση απέδειξε ότι, στερούμενη οράματος για το σήμερα, επιχειρεί να αναθερμάνει το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο της περασμένης δεκαετίας για να συσπειρώσει το ακροατήριό της.
Στο νομοθετικό πεδίο, οι ανακοινώσεις για την ισότητα των αμοιβών και η –προφανώς δίκαιη– ένταξη των νοσηλευτών και των πληρωμάτων του ΕΚΑΒ στα βαρέα και ανθυγιεινά, επιστρατεύτηκαν ως αποδείξεις κυβερνητικής αποτελεσματικότητας μέσω του συνθήματος «το είπαμε και το κάνουμε». Μόνο που η παρούσα κυβέρνηση βρίσκεται στο τιμόνι της χώρας από το 2019. Το να θυμάται κανείς τα αυτονόητα δικαιώματα των υγειονομικών, που έδωσαν μυθικές μάχες στην πανδημία, το σωτήριο έτος 2026, αποτελεί ξεκάθαρη ψηφοθηρική κίνηση κατόπιν εορτής και όχι προϊόν οργανωμένου κοινωνικού σχεδιασμού.
Το αποκορύφωμα, του ψηφιακού «φαίνεσθαι» της κυβέρνησης ήταν η αυστηρή οδηγία του Πρωθυπουργού προς όλους τους Υπουργούς να προσλάβουν από έναν «σύμβουλο Τεχνητής Νοημοσύνης» (AI). Σε μια χώρα όπου το Δημόσιο παλεύει ακόμα με τις θεμελιώδεις ψηφιακές υποδομές, όπου οι δημόσιες συγκοινωνίες καταρρέουν και τα συστήματα ασφαλείας στις βασικές υποδομές παρουσιάζουν τραγικές ελλείψεις, η εμμονή με την οριζόντια εισαγωγή του AI Act μοιάζει με ανέκδοτο. Η τεχνολογική επανάσταση δεν επιβάλλεται με διατάγματα και μετακλητούς συμβούλους, αλλά με σοβαρές, γειωμένες δομές. Όσο η κυβέρνηση αρνείται να κοιτάξει κατάματα την πραγματικότητα της καθημερινότητας, τόσο οι επικοινωνιακές της «φούσκες» θα σκάνε θορυβωδώς πάνω στη σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες.