Παρουσίαση σύγχρονης ποίησης κυκλοφόρησε, με ελληνική θεματολογία περιλαμβάνοντας 89 ποιητές, με ισχυρότατη τη γυναικεία παρουσία, από χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, με τίτλο «Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Ελληνας» (Σύγχρονη ποίηση από τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική με ελληνική θεματολογία).
Η ανθολογία είναι πρόδηλο πως αντλεί τον τίτλο της από τον στίχο του Νίκου Εγγονόπουλου «Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Ελληνας». Οι χώρες της Λατινικής Αμερικής αγωνίστηκαν για την ανεξαρτησία τους ταυτοχρόνως με τους Ελληνες ή και εμπνεύστηκαν από αυτούς, ενώ η Αϊτή στην Καραϊβική ήταν η πρώτη χώρα που αναγνώρισε επισήμως την Ελληνική Επανάσταση.

Οι ποιητές παρουσιάζονται κατά σειρά ηλικίας, από τον μεγαλύτερο στον νεότερο, ανά χώρα, ενώ οι 22+1 χώρες παρατίθενται κατά αλφαβητική σειρά, συνθέτοντας ένα πανόραμα της σύγχρονης ποιητικής δημιουργίας στη μη αγγλόφωνη Αμερική. Πρόκειται για μια τεράστια σε μέγεθος περιοχή, εν τοις πράγμασι ιδιαίτερη ήπειρο που εμπνέεται διαχρονικώς από τον πολιτισμό, την ιστορία και τη μυθική διάσταση της Ελλάδας. Το βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, ολοκληρώνεται με επίμετρο του κορυφαίου Χιλιανού ποιητού Ραούλ Σουρίτα, στο οποίο εκφράζεται το αίτημα «η νεκρή ποίηση να ξαναγεννηθεί». Στην έκδοση εμπεριέχονται και σύντομα βιογραφικά των ανθολογούμενων ποιητών.
Στο επίμετρο αυτό αποκαλύπτεται πως «κάποιοι από τους μεγάλους ποιητές των τελευταίων χρόνων, ο Ρίλκε, η Μαρίνα Τσβετάγεβα, ο Ουνγκαρέτι, ο Σεφέρης, ο Τσέλαν, ο Βαγέχο, προαισθάνθηκαν τον θάνατο των γλωσσών, αυτόν τον καρκίνο των λέξεων που υπονομεύει το νόημά τους και που γίνεται αισθητός πρώτα, σχεδόν σαν εκδίκηση, στα φαινομενικά πιο ευνοημένα μέρη και κράτη στις ανεπτυγμένες κοινωνίες, στις πλούσιες ανώτερες τάξεις των ακόμα φτωχών χωρών μας, στις πολιτικές σκηνές, στα Kοινοβούλια, στις παρουσιάσεις βιβλίων, στα μεγάλα κονκλάβια».
Εντυπωσιακή είναι η καταληκτική επισήμανση πως «είναι σαν το ίδιο το κενό αυτών των καιρών να θέλει να μας πει ότι οι γλώσσες πεθαίνουν επειδή οι λέξεις δεν είναι πλέον ικανές να ανακαλέσουν τη σαρωτική πληρότητα του άλλου, το έλεός του και την ακατανόητη σκληρότητά του, τη σκοτεινιά του και το φως του».
