Συγγενείς, φίλοι, συνεργάτες και άνθρωποι που αγάπησαν τη φωνή και το έργο της αποχαιρετούν σήμερα τη Μαίρη Λίντα, μία από τις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Η σπουδαία ερμηνεύτρια έφυγε από τη ζωή την περασμένη Τετάρτη, σε ηλικία 91 ετών, αφήνοντας πίσω της μια σπουδαία μουσική παρακαταθήκη που σημάδεψε ολόκληρες γενιές.
Η εξόδιος ακολουθία θα τελεστεί στις 10:00 το πρω στον Ιερό Ναό Αγίου Ανδρέα, στο εκκλησάκι που βρίσκεται εντός του Γηροκομείου Αθηνών, έναν χώρο με ιδιαίτερη συναισθηματική αξία για την ίδια. Η επιλογή του συγκεκριμένου ναού αποτελούσε προσωπική της επιθυμία, καθώς εκεί πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής της, βρίσκοντας φροντίδα, ασφάλεια και ανθρώπινη ζεστασιά. Ήθελε, μάλιστα, οι αγαπημένοι της άνθρωποι να της πουν εκεί το τελευταίο αντίο. Μετά την τελετή, η ταφή θα πραγματοποιηθεί στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.
Παράλληλα, η οικογένειά της απηύθυνε έκκληση, αντί στεφάνων, όσοι επιθυμούν να τιμήσουν τη μνήμη της να ενισχύσουν οικονομικά το Γηροκομείο Αθηνών, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον φορέα που τη φιλοξένησε και τη στήριξε στα τελευταία χρόνια της ζωής της.
Μια ζωή αφιερωμένη στο ελληνικό τραγούδι
Η Μαίρη Λίντα ξεκίνησε την καλλιτεχνική της πορεία από πολύ νεαρή ηλικία, συμμετέχοντας στα «Ταλέντα» του Ορέστη Λάσκου, ενώ ακολούθησαν εμφανίσεις σε βαριετέ και καμπαρέ της εποχής.
Καθοριστικό σημείο στην καριέρα της αποτέλεσε η γνωριμία της με τον σπουδαίο δεξιοτέχνη του μπουζουκιού Μανώλη Χιώτη. Μαζί δημιούργησαν ένα από τα πιο επιτυχημένα μουσικά δίδυμα της δεκαετίας του 1960, ενώ υπήρξαν και σύζυγοι για περίπου δέκα χρόνια. Η συνεργασία τους αποτυπώθηκε τόσο στη δισκογραφία όσο και στον ελληνικό κινηματογράφο, όπου εμφανίστηκαν μαζί σε αρκετές ταινίες.
Το 1961 κατέκτησε το Α’ Βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης με το τραγούδι «Απαγωγή», ενώ η πρώτη της δισκογραφική παρουσία είχε γίνει με το «Πικρό ποτήρι» του Κώστα Καπλάνη.
Διεθνής αναγνώριση και σπουδαίες συνεργασίες
Το 1964, κατά τη διάρκεια περιοδείας στις Ηνωμένες Πολιτείες με τον Μανώλη Χιώτη, τραγούδησε στον Λευκό Οίκο προς τιμήν του τότε προέδρου των ΗΠΑ, Λίντον Τζόνσον. Το διάσημο καλλιτεχνικό ζευγάρι είχε αποκτήσει διεθνή αναγνώριση, με προσωπικότητες όπως ο Άντονι Πέρκινς και η Μαρία Κάλλας να συγκαταλέγονται στους θαυμαστές τους και να τους παρακολουθούν κάθε φορά που βρίσκονταν στην Ελλάδα.
Κατά τη μακρόχρονη πορεία της συνεργάστηκε με κορυφαίους δημιουργούς του ελληνικού τραγουδιού, μεταξύ των οποίων ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις, ενώ η χαρακτηριστική φωνή και η ερμηνευτική της δύναμη επηρέασαν πολλές νεότερες τραγουδίστριες, όπως η Γλυκερία, η Χαρούλα Αλεξίου, η Άννα Βίσση, η Κωνσταντίνα και η Δήμητρα Γαλάνη, με αρκετές από τις οποίες συνεργάστηκε και επί σκηνής.
Οι τελευταίες εμφανίσεις της σε νυχτερινά κέντρα πραγματοποιήθηκαν τη σεζόν 1995-1996 με τη Χαρούλα Αλεξίου στη «Νεφέλη», το 2002-2003 με τη Γλυκερία στο «Χάραμα» και τη σεζόν 2011-2012 με την Άννα Βίσση στο «Rex».
Η πολύτιμη μουσική κληρονομιά
Η Μαίρη Λίντα παντρεύτηκε δύο φορές και απέκτησε μία κόρη. Με τον θάνατό της ολοκληρώνεται ένα σπουδαίο κεφάλαιο της ιστορίας του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.
Η φωνή της ταυτίστηκε με δεκάδες διαχρονικές επιτυχίες που εξακολουθούν να ακούγονται μέχρι σήμερα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν τα «Απαγωγή», «Πικρό ποτήρι», «Μυρτιά», «Μαργαρίτα Μαργαρώ», «Το τελευταίο ποτηράκι», «Ηλιοβασιλέματα», «Περασμένες μου αγάπες», «Αθήνα κόρη τ’ ουρανού», «Ροδόσταμο», «Ροδιά», «Ένας αλήτης πέθανε», «Κόκκινα χείλια», «Θα σε περιμένω», «Θέλω απόψε να γλεντήσω» και «Της ευτυχίας τα σκαλιά», τραγούδια που αποτελούν πλέον αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνικού λαϊκού ρεπερτορίου.
