Πώς επωφελούνται τα κυκλώματα από τις καθυστερήσεις στη δημιουργία μονάδων και πώς η Αττική πληρώνει 45€ τον τόνο για ταφή στον Μπόμπολα ενώ με 65€ θα γινόταν σε εργοστάσια επεξεργασίας που δεν μολύνουν
Από τον
Φώτη Κόλλια
Σε παράταση του χάους και της δράσης κυκλωμάτων στον χώρο των σκουπιδιών οδηγεί η αναβλητικότητα της κυβέρνησης για την κατασκευή των νέων μονάδων με συμπράξεις Δημοσίου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ). Την ίδια στιγμή που ολόκληρες περιοχές της χώρας πνίγονται στα σκουπίδια και πανέμορφες χαράδρες έχουν μετατραπεί σε παράνομες χωματερές, δήμαρχοι και άλλοι τοπικοί παράγοντες «βάζουν πλάτη» για να συνεχιστεί το φαγοπότι δεκαετιών, χωρίς να δίνουν λογαριασμό στους πολίτες.
Φροντίζουν, μάλιστα, να αναφέρουν άσχετους αριθμούς, ώστε να πείσουν τους πολίτες ότι το σημερινό καθεστώς αδιαφάνειας τους κοστίζει φθηνότερα, όταν από την πίσω πόρτα οι φορολογούμενοι επιβαρύνονται με πρόστιμα που πληρώνει η χώρα, με χρεώσεις για τις οποίες ουδείς λογοδοτεί και υπάρχει τεράστια επιβάρυνση του περιβάλλοντος.
Ενας και μόνος αριθμός δείχνει τα περιθώρια βελτίωσης της κατάστασης μέσω των νέων μονάδων. Στην Αττική, οι δήμοι επιβαρύνονται με περίπου 45 ευρώ ανά τόνο μόνο για την ταφή των απορριμμάτων στη χωματερή της Φυλής (χωρίς μεταφορά, χωρίς άλλη διαχείριση κ.λπ.), όταν οι μονάδες επεξεργασίας κοστίζουν περίπου 65-70 ευρώ τον τόνο.
Επιβάρυνση
Με περίπου 20 ευρώ ανά τόνο πρόσθετη επιβάρυνση, η χώρα μπορεί να διαθέτει μονάδες πλήρους επεξεργασίας των σκουπιδιών, ώστε να απαλλαγεί από τη συγκεκριμένη πληγή που πλήττει και την εικόνα της ως τουριστικού προορισμού, σύμφωνα με στελέχη της κατασκευαστικής αγοράς.
Ο «πόλεμος των σκουπιδιών», δηλαδή η διαμάχη για τα έργα ΣΔΙΤ, που εμποδίζει την πρόοδο των έργων διαχείρισης των απορριμμάτων σε ολόκληρη τη χώρα, έχει επίκεντρο το παιχνίδι με το κόστος της διαχείρισης. Πρόκειται για πόλεμο στον οποίο πρωταγωνιστούν υπογείως οι διάφορες τοπικές «μαφίες των σκουπιδιών», που προσπαθούν με κάθε μέσο να εμποδίσουν τα έργα ΣΔΙΤ, με το επιχείρημα ότι οι ανεξέλεγκτες χωματερές και τα άλλα έργα «τοπικής διαχείρισης» δεν θα κοστίζουν στους δημότες.
Στην πραγματικότητα, το κόστος της ανεξέλεγκτης διαχείρισης είναι τεράστιο και το πληρώνουν η χώρα ολόκληρη και οι επιμέρους περιοχές με τεράστια πρόστιμα, υπονόμευση του βασικού εξαγωγικού προϊόντος της (τουρισμός), υποβάθμιση του περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής και εκτεταμένη φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή από τα σχετικά κυκλώματα.Το πραγματικό κόστος (και τα οφέλη) μιας ορθολογικής διαχείρισης προκύπτει από τη σύγκριση του κόστους των πέντε έργων ΣΔΙΤ, με βάση τα αποτελέσματα των σχετικών διαγωνισμών που έγιναν τα τελευταία χρόνια.
Από τα στοιχεία προκύπτει ότι το κόστος επεξεργασίας απορριμμάτων ανά τόνο ξεκινά από τα 63 ευρώ (στην Περιφέρεια Πελοποννήσου) και φτάνει τα 116,7 ευρώ στην Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας (υψηλό, επειδή, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει επιδότηση του κατασκευαστικού κόστους).
Αποτελέσματα
Τι δείχνουν τα αποτελέσματα των διαγωνισμών που έγιναν από διαφορετικούς φορείς, ολοκληρώθηκαν σε διαφορετικούς χρόνους το καθένα και είχαν διαφορετικούς αναδόχους; Δείχνουν ότι, αν ληφθούν υπόψη όλοι οι παράγοντες (κόστος μεταφοράς, κόστος κατασκευής χώρων υγειονομικής ταφής – ΧΥΤΥ, κόστος τελικής διάθεσης του υπολείμματος, λειτουργία του έργου με βάση την αναμενόμενη ποσότητα απορριμμάτων, επιδότηση ή όχι του κατασκευαστικού κόστους, εγγυημένη απόδοση του έργου με τη μορφή ποσοστών ανάκτησης ανακυκλώσιμων κ.λπ.), τα κόστη είναι κατά κανόνα παρεμφερή. Είναι προφανές αυτό και από τον πίνακα που παρατίθεται δίπλα, ο οποίος προέκυψε από την ενδελεχή έρευνα των σχετικών φακέλων. Κι όμως, ανάλογα με την περιοχή και τα εκάστοτε τοπικά μικροσυμφέροντα, ακούγονται για το κόστος των ΣΔΙΤ κάθε είδους ιστορίες.
Στην Πελοπόννησο, για παράδειγμα, οι αντίπαλοι του έργου ισχυρίζονται ότι το κόστος του είναι τριπλάσιο από αυτό της Ηπείρου.
Πώς γίνεται αυτό, όταν τα έργα είχαν τελικά τον ίδιο ανάδοχο, ο οποίος έδωσε σχεδόν πανομοιότυπη προσφορά (αν συμπεριληφθούν όλα τα σχετικά κόστη, η διαφορά του κόστους ανά τόνο στα δύο έργα είναι μόλις 1 ευρώ – 63 ευρώ στην Πελοπόννησο και 64 στην Ηπειρο);
Αυτά που επιμελώς κρύβονται από τον λαό
Ποιο είναι το κόλπο, με το οποίο -ουσιαστικά με τα ίδια νούμερα- αλλάζει δραματικά το κόστος; Η απάντηση βρίσκεται όχι σε αυτά που λέγονται, αλλά σε αυτά που κρύβονται και γίνονται πίσω από την πλάτη των δημοτών και των φορολογουμένων, δηλαδή στα τοπικά πολιτικά συμφέροντα και στο μπόλικο χρήμα που προκύπτει από την ανεξέλεγκτη διαχείριση.
Κάποιοι δημοτικοί άρχοντες δηλώνουν ότι κάνουν «διαχείριση απορριμμάτων», αλλά στην πραγματικότητα θάβουν τα σκουπίδια λίγο παραπέρα, τους βάζουν κάθε τόσο φωτιά με βυτία (γεμίζοντας τον τόπο διοξίνες) ή τα μεταφέρουν σε ανεξέλεγκτες χωματερές διπλανών νομών. Ετσι, μπορούν να ισχυρίζονται ότι το κόστος είναι «χαμηλό» ή ακόμα και να βγάζουν «κέρδη» δηλωμένα ή, συνηθέστερα, αδήλωτα από τη δήθεν διαχείριση. Το πραγματικό κόστος, όμως, είναι τεράστιο. Για να υπολογιστεί σωστά θα πρέπει να προστεθούν στον λογαριασμό η φοροδιαφυγή και οι ασφαλιστικές εισφορές που κλέβονται μέσω της «μαύρης» εργασίας -«σπορ» στα οποία πρωταγωνιστούν οι τοπικοί εργολάβοι-, το κόστος της ρύπανσης στον τουρισμό, στο περιβάλλον και στην υγεία, και βέβαια τα πρόστιμα που έρχονται συνεχώς από την Ευρώπη, η οποία αργά ή γρήγορα διαπιστώνει την κοροϊδία.
Ποιος είναι ο μηχανισμός της παραπλάνησης; Η «προσωρινή διαχείριση», που συνήθως σημαίνει ένα μικροέργο-πρόσοψη που δίνεται από τον τοπικό δήμαρχο, με όλα τα «πλεονεκτήματα» των αναθέσεων υπό συνθήκες ανάγκης, πίσω από το οποίο ανθούν κατά κανόνα οι ανεξέλεγκτες χωματερές, η λαθραία διακίνηση απορριμμάτων (πριν από λίγο καιρό συνελήφθησαν για πολλοστή φορά νταλίκες να κάνουν αυτή τη δουλειά στην Πελοπόννησο), οι φωτιές και η «μαύρη» διαχείριση των ανακυκλώσιμων υλικών.

