«Καμπανάκι» από το Ελεγκτικό Συνέδριο! Το Δημογραφικό χτυπάει κόκκινο, οι συντάξεις ξαναμπαίνουν στο στόχαστρο
Καμπανάκια κινδύνου για το ασφαλιστικό σύστημα κρούει το Ελεγκτικό Συνέδριο, με κυριότερη πηγή προβληματισμού το Δημογραφικό, με δεδομένο ότι, εξαιτίας της αναλογίας εργαζομένων – συνταξιούχων η οποία θα είναι κάθε χρόνο και χειρότερη, η αύξηση των ορίων ηλικίας είναι αναπόφευκτη, όσο και να προσπαθεί η κυβέρνηση να κερδίσει χρόνο.
Ετσι, μετά τις εκλογές του 2027 θα αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για τη νέα αύξηση και αυτό παρά το γεγονός ότι η χώρα μας έχει ήδη από τα υψηλότερα όρια σε όλη την Ευρωπαϊκή Ενωση. Αρωγός σε αυτό θα είναι, εκτός του Ελεγκτικού Συνεδρίου, και ο ΟΟΣΑ, με τον οργανισμό για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη να έχει βάλει στο στόχαστρο τους Ελληνες συνταξιούχους, θεωρώντας ότι το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας μας είναι εξαιρετικά γενναιόδωρο!
Ωρολογιακή βόμβα
Η σύνδεση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής, σε συνδυασμό με τις δυσμενείς δημογραφικές προοπτικές της χώρας, είναι η βόμβα στα θεμέλια του ασφαλιστικού συστήματος. Σε συνέχεια τάσεων που έχουν ξεκινήσει από προηγούμενες δεκαετίες, η Ελλάδα αντιμετωπίζει και κατά τον παρόντα χρόνο ισχυρή δημογραφική πρόκληση, οι σημαντικότερες παράμετροι της οποίας είναι οι εξής:
Το αρνητικό φυσικό ισοζύγιο (γεννήσεις/θάνατοι)
Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., συνεχίστηκε και το 2025 η αρνητική φυσική μεταβολή, καθώς οι γεννήσεις υπολείπονται των θανάτων κατά 56.382. Με βάση τα επίσημα στοιχεία, η επιδείνωση του φυσικού ισοζυγίου είναι σταθερή κατά την τελευταία 15ετία.
Στην «εργαλειοθήκη» των επιχειρημάτων του ΟΟΣΑ τα στοιχεία του ΕΦΚΑ και του υπουργείου Εργασίας
Βασικό επιχείρημα του ΟΟΣΑ στην «εργαλειοθήκη» των επιχειρημάτων για την ανάγκη νέας αύξησης των ορίων είναι τα στοιχεία του ΕΦΚΑ και του υπουργείου Εργασίας, όπου σύμφωνα με αυτά η μέση πραγματική ηλικία συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, με έναρξη συνταξιοδότησης τα έτη 2022-2024, ανέρχεται στα 64 περίπου έτη, όπως φαίνεται στον πίνακα.
Ωστόσο, οι αριθμοί αυτοί λένε τη μισή αλήθεια: πράγματι, η μέση ηλικία είναι χαμηλότερη από το όριο ηλικίας κυρίως γιατί είναι ισχύ μεταβατικές διατάξεις για παλαιούς συνταξιούχους, οι οποίοι έχουν ακόμη και φέτος, το 2026 δηλαδή, το δικαίωμα συνταξιοδότησης με τα προηγούμενα όρια, εφόσον πληρούσαν τις προϋποθέσεις μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο.
Η πραγματικότητα είναι ότι ο ασφαλιστικός νόμος 3.863 του 2010 (επί υπουργίας Ανδρέα Λοβέρδου) προέβλεψε τη διασύνδεση του ορίου ηλικίας με το προσδόκιμο ζωής και μάλιστα με αυτοματοποιημένη διαδικασία. Οι αυξήσεις στα όρια που ακολούθησαν με τους επόμενους μνημονιακούς νόμους του 2012 επί υπουργίας Γιάννη Βρούτση έφεραν το γενικό όριο στα 67 χρόνια ή 62 με 40 έτη ασφάλισης.
Ερχεται σοκ και δέος έως το 2030
Με βάση τα σενάρια που επεξεργάζεται η Εθνική Αναλογιστική Αρχή, μεταξύ 2027 και 2030 το όριο ηλικίας με 40ετία από το 62ο έτος σήμερα θα πάει στα 63 έτη και 5 μήνες, ενώ το 67ο στα 68,5 έτη, αν και όλα θα αρχίσουν να ξεκαθαρίζουν σε περίπου δύο χρόνια από σήμερα. Επιπλέον, σύμφωνα με τη Eurostat (Ageing Report 2024), για τις γυναίκες, λόγω του μεγαλύτερου προσδόκιμου ζωής, υποδεικνύεται αύξηση του ορίου ηλικίας το 2030 κατά έναν μήνα περισσότερο, στα 68,6 και στα 63,6 έτη για πρόωρη συνταξιοδότηση.
Μπορεί μεν η κυβέρνηση να κατάφερε να… κλοτσήσει το τενεκεδάκι μέχρι τις εκλογές του 2027, όμως οι συνταξιούχοι δεν εφησυχάζουν. Ειδικοί της Κοινωνικής Ασφάλισης εξηγούν ότι το νέο ρεκόρ αιτήσεων για τη χρονιά που έκλεισε θα συνεχιστεί και τις επόμενες, καθώς πολλοί είναι αυτοί που επιλέγουν να βγουν στη σύνταξη έστω και με μειωμένες αποδοχές, αρκεί να μην «εγκλωβιστούν» από τυχόν αύξηση των ορίων χωρίς μεταβατικές διατάξεις.
Ενας επιπλέον λόγος είναι ο φόβος των ασφαλισμένων για τυχόν δυσμενείς αλλαγές σε άλλες παραμέτρους, όπως για παράδειγμα μία μεγάλη αύξηση στο κόστος εξαγοράς των πλασματικών ετών ή μείωση των ετών των οποίων μπορεί κάποιος να εξαγοράσει. Ετσι, το 2025 ολοκληρώθηκε με ρεκόρ αιτήσεων 225.800, όταν ενδεικτικά η προηγούμενη μεγαλύτερη επίδοση ήταν το 2021 όπου υποβλήθηκαν 212.151 αιτήσεις έναντι 211.135 το 2022 και 190.368 το 2023.

