Το επίδομα ανασφάλιστων υπερηλίκων του ΟΠΕΚΑ, τα κριτήρια και οι παγίδες για χιλιάδες ηλικιωμένους
Η λεγόμενη «σύνταξη χωρίς ένσημα», δηλαδή το Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Ανασφάλιστων Υπερηλίκων που χορηγεί ο ΟΠΕΚΑ (Οργανισμός Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης), αποτελεί το τελευταίο δίχτυ προστασίας για χιλιάδες πολίτες που φτάνουν σε προχωρημένη ηλικία χωρίς να έχουν κατοχυρώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα.
- Από τον Σπύρο Φρεμεντιτη*
Πρόκειται για ανθρώπους που εργάστηκαν περιστασιακά, ανασφάλιστοι ή σε συνθήκες αδήλωτης εργασίας, γυναίκες που αφιέρωσαν τη ζωή τους στην οικογένεια ή μετανάστες που δεν κατάφεραν να συμπληρώσουν τα απαιτούμενα ένσημα. Ανάμεσά τους είναι και χιλιάδες ελεύθεροι επαγγελματίες, οι οποίοι λόγω δυσβάσταχτων χρεών προς τον ΕΦΚΑ έφθασαν στο 67ο έτος της ηλικίας τους και τους απέμεινε ως ύστατο καταφύγιο το μηνιαίο επίδομα των υπερηλίκων.
Παρά τον ξεκάθαρο κοινωνικό χαρακτήρα του μέτρου, η πρόσβαση στο επίδομα αποδεικνύεται δύσκολη, καθώς συνοδεύεται από αυστηρά εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, χρονοβόρες διαδικασίες και πρακτικά εμπόδια, ιδιαίτερα για τα ηλικιωμένα ζευγάρια. Σήμερα το επίδομα λαμβάνουν μόνο 12.276 δικαιούχοι. Οι ενδιαφερόμενοι είναι πολλές χιλιάδες, αλλά τα αυστηρά κριτήρια τους «πετούν» εκτός. Οταν καταθέτουν αίτηση, είναι συνήθως 67 ετών, αλλά όταν ολοκληρώνεται η διαδικασία και εγκρίνεται, έχουν φτάσει αισίως να είναι 70 χρονών!
Ποιο είναι το ποσό
Από την 1η Ιανουαρίου 2026 το μηνιαίο ποσό του επιδόματος ανέρχεται στα 419 ευρώ (418,95 ευρώ), ενώ αναπροσαρμόζεται ετησίως, όπως και οι κύριες συντάξεις. Το ποσό αυτό προορίζεται να καλύψει βασικές ανάγκες διαβίωσης και να εξασφαλίσει ένα ελάχιστο επίπεδο αξιοπρέπειας σε όσους δεν έχουν καμία ή σχεδόν καμία άλλη πηγή εισοδήματος.
Το επίδομα δεν καταβάλλεται πάντα στο ακέραιο. Σε περιπτώσεις όπου ο δικαιούχος λαμβάνει σύνταξη ή άλλη προνοιακή παροχή από την Ελλάδα ή το εξωτερικό μικρότερη από 418,95 ευρώ, δικαιούται μόνο τη διαφορά. Αν, ωστόσο, η διαφορά αυτή είναι μικρότερη από 20 ευρώ, τότε το επίδομα δεν καταβάλλεται καθόλου, γεγονός που αποκλείει αρκετούς ηλικιωμένους με πολύ χαμηλές παροχές.
Τα εισοδηματικά κριτήρια
Καθοριστικό ρόλο για την έγκριση του επιδόματος παίζουν τα εισοδηματικά όρια, τα οποία παραμένουν χαμηλά και αυστηρά. Συγκεκριμένα:
• Για άγαμους, το συνολικό ετήσιο εισόδημα δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 4.320 ευρώ.
• Για έγγαμους, το συνολικό οικογενειακό εισόδημα δεν πρέπει να ξεπερνά τα 8.640 ευρώ.
Στο εισόδημα περιλαμβάνονται τόσο τα φορολογητέα ποσά όσο και εκείνα που φορολογούνται με ειδικό τρόπο ή απαλλάσσονται από τον φόρο. Ωστόσο, ο νόμος προβλέπει σημαντικές εξαιρέσεις, οι οποίες λειτουργούν ανακουφιστικά για ευάλωτες ομάδες.
Τι δεν προσμετράται στο εισόδημα
Από το ετήσιο εισόδημα εξαιρούνται:
• Οι οικονομικές ενισχύσεις που χορηγούνται σε άτομα με αναπηρίες λόγω της αναπηρίας τους,
• το επίδομα ανεργίας,
• το διατροφικό επίδομα για πάσχοντες από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου και μεταμοσχευμένους,
• η διατροφή που καταβάλλεται σε ανήλικο τέκνο, εφόσον προβλέπεται με δικαστική απόφαση, συμβολαιογραφική πράξη ή ιδιωτικό έγγραφο
Οι εξαιρέσεις αυτές έχουν στόχο να αποτρέψουν τον αποκλεισμό ατόμων με σοβαρά προβλήματα υγείας ή οικογενειακές υποχρεώσεις.
Περιουσιακά κριτήρια: Ακίνητα και καταθέσεις
Πέρα από το εισόδημα, εξετάζεται και η περιουσιακή κατάσταση του αιτούντος. Συγκεκριμένα η συνολική φορολογητέα αξία της ακίνητης περιουσίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 90.000 ευρώ. Το τεκμήριο αντικειμενικής δαπάνης της κινητής περιουσίας (καταθέσεις, Ι.Χ., μοτοσικλέτες κ.λπ.) δεν μπορεί να ξεπερνά τα 6.000 ευρώ. Σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και η κατοχή ενός παλαιού αυτοκινήτου ή μικρών αποταμιεύσεων για μια έκτακτη ανάγκη μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά για την έγκριση της παροχής.
Ποιοι θεωρούνται δικαιούχοι
Σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, δικαιούχοι της «σύνταξης χωρίς ένσημα» είναι όσοι έχουν συμπληρώσει το 67ο έτος της ηλικίας τους, δεν λαμβάνουν ούτε δικαιούνται σύνταξη ή προνοιακή παροχή από την Ελλάδα ή το εξωτερικό μεγαλύτερη από 419 ευρώ. Οι υπάλληλοι του ΟΠΕΚΑ εξετάζουν επίσης αν οι ενδιαφερόμενοι διαμένουν μόνιμα και νόμιμα στην Ελλάδα για 15 συνεχή έτη πριν από την αίτηση ή 15 έτη συνολικά μεταξύ 17ου και 67ου έτους, εκ των οποίων τα 10 συνεχόμενα πριν από την υποβολή. Μετά τη χορήγηση του επιδόματος, ο δικαιούχος οφείλει να εξακολουθεί να διαμένει στη χώρα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο χρόνος διαμονής στην Ελλάδα. Για όσους έχουν συμπληρώσει 35 πλήρη έτη διαμονής, το επίδομα καταβάλλεται στο ακέραιο. Αν τα έτη είναι λιγότερα, το ποσό μειώνεται κατά 1/35 για κάθε έτος που υπολείπεται, γεγονός που οδηγεί σε αισθητά χαμηλότερες παροχές.
Η διαδικασία υποβολής της αίτησης
Η αίτηση για το επίδομα δεν γίνεται ηλεκτρονικά από τον ίδιο τον πολίτη, αλλά υποβάλλεται μέσω των Κέντρων Κοινότητας των δήμων. Εκεί, ο ενδιαφερόμενος καταθέτει τα απαραίτητα δικαιολογητικά και ο αρμόδιος υπάλληλος διαβιβάζει τα στοιχεία ηλεκτρονικά στον ΟΠΕΚΑ. Στην πράξη, ωστόσο, η διαδικασία αποδεικνύεται χρονοβόρα. Οι καθυστερήσεις στην εξέταση των αιτήσεων είναι συχνές, με αποτέλεσμα ηλικιωμένοι χωρίς κανένα εισόδημα να περιμένουν μήνες μέχρι την τελική απόφαση.
Το πρόβλημα για τα ηλικιωμένα ζευγάρια
Ενα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα αφορά τα έγγαμα ζευγάρια υπερηλίκων. Θεωρητικά, ο νόμος επιτρέπει τη χορήγηση του επιδόματος και στους δύο συζύγους, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις. Στην πράξη, όμως, το συνολικό οικογενειακό εισόδημα υπερβαίνει το όριο των 8.640 ευρώ μόλις καταβληθούν και τα δύο επιδόματα. Ετσι, το εισοδηματικό κριτήριο λειτουργεί αποτρεπτικά και «κόβει» τον δεύτερο σύζυγο, δημιουργώντας ένα παράδοξο που ακυρώνει στην ουσία τη νομοθετική πρόβλεψη!
Υγειονομική κάλυψη και υποχρεώσεις
Οσοι λαμβάνουν το επίδομα και δεν καλύπτονται από άλλη παροχή, δικαιούνται ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή περίθαλψη μέσω του Εθνικού Συστήματος Υγείας με χρήση του ΑΜΚΑ. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης προβλέπεται το δικαίωμα ένστασης εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης, ενώπιον του αρμόδιου οργάνου εξέτασης ενστάσεων. Η «σύνταξη χωρίς ένσημα» παραμένει ένα απολύτως αναγκαίο κοινωνικό μέτρο. Ωστόσο, τα χαμηλά όρια, οι καθυστερήσεις και τα θεσμικά κενά δείχνουν ότι, για πολλούς υπερήλικες, η προστασία αυτή παραμένει δύσκολα προσβάσιμη, την ώρα που η ανάγκη για αξιοπρεπή διαβίωση είναι πιο επιτακτική από ποτέ.
*Δικηγόρος – Δημοσιογράφος / Ειδικός για ασφαλιστικά και εργατικά θέματα


