Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με την σκληρή πραγματικότητα που απέχει πολύ από τους θριαμβευτικούς του λόγους.
Παρά τις δηλώσεις του ότι ο πόλεμος «είχε τελειώσει από την πρώτη ώρα», η ανάλυση του CNN αποκαλύπτει μια εξαιρετικά περίπλοκη κατάσταση, όπου η επιχείρηση «Epic Fury» κινδυνεύει να μετατραπεί σε στρατηγική αποτυχία. Ο Τραμπ δυσκολεύεται να διατηρήσει τον έλεγχο μιας σύγκρουσης που διευρύνεται, την ώρα που οι οικονομικές και πολιτικές συνέπειες μιας πιθανής εμπλοκής χωρίς τέλος απειλούν την εικόνα του.
Αρχικά είναι τα Στενά του Ορμούζ, το κλείσιμο του κρίσιμου αυτού περάσματος έχει εκτοξεύσει τις τιμές του πετρελαίου και τα ασφάλιστρα των πλοίων. Το αμερικανικό ναυτικό διστάζει να εισέλθει λόγω της απειλής πυραύλων, και όσο η Τεχεράνη αρνείται την παράδοση, η παγκόσμια αγορά ενέργειας παραμένει όμηρος. Η εξόντωση του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ δεν οδήγησε στην κατάρρευση του καθεστώτος. Η άμεση διαδοχή του από τον γιο του, Μοτζτάμπα, ακύρωσε το αφήγημα περί τέλους της θεοκρατίας, επιτρέποντας στους Δημοκρατικούς να μιλούν για στρατηγικό βατερλό.
Ο Τραμπ επιθυμεί μια γρήγορη λήξη του πολέμου για πολιτικούς λόγους, όμως το Ισραήλ βλέπει τον πόλεμο ως μια διαρκή υπαρξιακή αποστολή. Οι βομβαρδισμοί πετρελαϊκών υποδομών από το Ισραήλ δείχνουν ότι το Τελ Αβίβ ακολουθεί τη δική του ατζέντα, προκαλώντας ανησυχία για το ποιος τελικά ελέγχει τις στρατιωτικές αποφάσεις των ΗΠΑ. Η κυβέρνηση φαίνεται διχασμένη και εκπέμπει αντιφατικά μηνύματα, αδυνατώντας να πείσει για το τι συνιστά πραγματική «νίκη» σε έναν πόλεμο που μοιάζει να ξεφεύγει από κάθε έλεγχο. Επιπλέον παρά τους ισχυρισμούς για εξάλειψη του πυρηνικού προγράμματος, το Ιράν διατηρεί αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου στο Ισφαχάν. Μια χερσαία επιχείρηση ειδικών δυνάμεων για την αφαίρεση του υλικού θα αποτελούσε κίνηση υψηλότατου ρίσκου που ο Τραμπ διστάζει να πάρει.
Η πολυπόθητη εξέγερση του ιρανικού λαού κατά των Αγιατολάχ δεν έχει συμβεί. Αντίθετα, η στρατιωτική πίεση φαίνεται να συσπειρώνει το καθεστώς, το οποίο αναμένεται να απαντήσει με νέο κύμα καταστολής. Τέλος οι Αμερικανοί πολίτες, ερχόμενοι αντιμέτωποι με την ακρίβεια στα καύσιμα και τον επαναπατρισμό νεκρών στρατιωτών, δεν συμμερίζονται τον ενθουσιασμό του Λευκού Οίκου. Η απειλή μιας μακροχρόνιας σύγκρουσης φαντάζει πλέον ως μια δοκιμασία αντοχής που η Ουάσινγκτον ίσως δεν είναι έτοιμη να κερδίσει.
Ο Τραμπ καλείται πλέον να αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει το αρχικό στρατιωτικό πλεονέκτημα σε μόνιμη πολιτική λύση, προτού ο αντίπαλος καταφέρει να τον παρασύρει σε έναν πόλεμο φθοράς που οι ΗΠΑ δυσκολεύονται ήδη να διαχειριστούν.


