Η σύγκρουση ΗΠΑ – Ισραήλ με το Ιράν αποκαλύπτει βαθιές πολιτικές ρωγμές στην Ε.Ε.
Η στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν βρήκε την Ευρώπη σε κατάσταση αμηχανίας και πολιτικού διχασμού. Παρά τη γεωγραφική εγγύτητα της κρίσης και τις πιθανές συνέπειες για την ασφάλεια, την οικονομία και την ενεργειακή σταθερότητα της ηπείρου, η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν έχει καταφέρει να διαμορφώσει μια ενιαία γραμμή. Αντίθετα, η αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων αποκαλύπτει βαθιές πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές μεταξύ των μεγάλων πολιτικών οικογενειών της ηπείρου – των Σοσιαλδημοκρατών, των Χριστιανοδημοκρατών και της Ακροδεξιάς.
Η εικόνα που παρουσιάζεται είναι αυτή μιας Ευρώπης «σοκαρισμένης, στο περιθώριο και διχασμένης», όπως σημειώνουν αρκετοί αναλυτές. Οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν συμμετείχαν στον σχεδιασμό της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης κατά του Ιράν, ενώ σε πολλές περιπτώσεις δεν ενημερώθηκαν καν εκ των προτέρων. Το αποτέλεσμα ήταν μια καθυστερημένη και αποσπασματική αντίδραση, η οποία αντανακλά τις διαφορετικές γεωπολιτικές προσεγγίσεις των κρατών-μελών. Η ευρωπαϊκή στάση διαμορφώνεται από έναν διπλό φόβο. Από τη μία πλευρά, οι κυβερνήσεις της Ε.Ε. φοβούνται για τις εξελίξεις και την επέκταση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε ενεργειακή κρίση μακράς διάρκειας, αύξηση των τιμών του πετρελαίου ακόμα και στα 200 δολάρια το βαρέλι όπως απειλεί η Τεχεράνη κλείνοντας τα Στενά του Ορμούζ και νέες μεταναστευτικές ροές. Από την άλλη, υπάρχει ο φόβος μιας βαθύτερης ρήξης με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον βασικό στρατιωτικό σύμμαχο της Ευρώπης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ασκήσει έντονες πιέσεις προς τους Ευρωπαίους συμμάχους να στηρίξουν την εκστρατεία κατά του Ιράν. Η Ουάσινγκτον ζητά πρόσβαση σε ευρωπαϊκές στρατιωτικές βάσεις και υλικοτεχνική υποστήριξη για τις επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή, ενώ παράλληλα κατηγορεί τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για «αργή» ή «ανεπαρκή» ανταπόκριση. Ωστόσο, η απάντηση της Ευρώπης παραμένει συγκρατημένη. Οι περισσότερες χώρες έχουν επιλέξει να περιοριστούν σε αμυντικά μέτρα και στην προστασία των στρατιωτικών τους εγκαταστάσεων και των πολιτών τους στην περιοχή, αποφεύγοντας την άμεση στρατιωτική εμπλοκή.
Η πιο έντονη αντίθεση στον πόλεμο προέρχεται από κυβερνήσεις που ανήκουν στον χώρο της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Πέδρο Σάντσεθ, ο οποίος καταδίκασε ανοιχτά την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση ως παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου. Η Μαδρίτη αρνήθηκε να παραχωρήσει στρατιωτικές βάσεις για επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια ενέργεια θα ενέπλεκε την Ευρώπη σε έναν πόλεμο χωρίς σαφές τέλος και χωρίς διεθνή νομιμοποίηση. Η στάση αυτή προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Ουάσινγκτον, η οποία απείλησε ακόμη και με εμπορικά αντίποινα. Για τους Σοσιαλδημοκράτες η κρίση αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα: την ανάγκη η Ευρώπη να διατηρήσει μια ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, βασισμένη στο Διεθνές Δίκαιο. Πολλοί εκπρόσωποι του χώρου υποστηρίζουν ότι η Ε.Ε. δεν μπορεί να καταδικάζει την παραβίαση της κυριαρχίας στην Ουκρανία και ταυτόχρονα να αποσιωπά αντίστοιχες ενέργειες όταν προέρχονται από συμμάχους της.
Στον αντίποδα, κυβερνήσεις που συνδέονται με τον χώρο της Κεντροδεξιάς και της Χριστιανοδημοκρατίας εμφανίζονται περισσότερο πρόθυμες να στηρίξουν την αμερικανική στρατηγική.
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η Γερμανία, όπου ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς απέφυγε να ασκήσει δημόσια κριτική στην Ουάσινγκτον. Κατά την επίσκεψή του στον Λευκό Οίκο υποστήριξε ότι το ιρανικό καθεστώς αποτελεί απειλή για τη διεθνή ασφάλεια, ενώ επέτρεψε τη χρήση της αμερικανικής αεροπορικής βάσης στο Ράμσταϊν για επιχειρήσεις υποστήριξης. Η στάση αυτή αντανακλά μια παραδοσιακή γερμανική προσέγγιση που δίνει προτεραιότητα στη διατήρηση της διατλαντικής συμμαχίας. Πολλοί Γερμανοί αξιωματούχοι θεωρούν ότι, εν μέσω του πολέμου στην Ουκρανία, η Ευρώπη δεν μπορεί να διακινδυνεύσει μια σοβαρή σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρόμοια γραμμή ακολουθεί και η Γαλλία. Ο Εμανουέλ Μακρόν εξέφρασε επιφυλάξεις για τη νομιμότητα της επίθεσης, αλλά ταυτόχρονα επέτρεψε την περιορισμένη χρήση γαλλικών στρατιωτικών βάσεων για την υποστήριξη των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή, υπό τον όρο ότι δεν θα χρησιμοποιηθούν για άμεσες επιθέσεις στο Ιράν.
Την ίδια στιγμή, η άνοδος της Ακροδεξιάς σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες προσθέτει μια τρίτη διάσταση στη συζήτηση. Κόμματα που ανήκουν σε αυτόν τον χώρο υιοθετούν συχνά μια πιο πραγματιστική ή εθνικιστική προσέγγιση, δίνοντας έμφαση στην ενεργειακή ασφάλεια και την προστασία των εθνικών συμφερόντων. Η πρωθυπουργός της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι, η οποία διατηρεί στενή σχέση με την αμερικανική κυβέρνηση, έχει υιοθετήσει μια ενδιάμεση στάση. Η Ρώμη δεν έχει εμπλακεί στρατιωτικά στον πόλεμο, αλλά έχει δηλώσει ότι μπορεί να προσφέρει αμυντική βοήθεια σε κράτη του Περσικού Κόλπου και να συμβάλει στην προστασία των ενεργειακών οδών. Για τις κυβερνήσεις αυτού του πολιτικού χώρου το βασικό ζήτημα δεν είναι τόσο η νομιμότητα της επέμβασης όσο οι πιθανές επιπτώσεις της σύγκρουσης για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και την οικονομία.
Ακόμη ένας παράγοντας που επηρεάζει τη στάση των Ευρωπαίων είναι ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία. Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας προειδοποίησε ότι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να αποδυναμώσει τη στήριξη προς το Κίεβο. Σύμφωνα με την ίδια, η μεταφορά στρατιωτικών συστημάτων -ιδίως συστημάτων αεράμυνας- από την Ευρώπη στη Μέση Ανατολή θα μειώσει τη διαθέσιμη βοήθεια προς την Ουκρανία. Παράλληλα, η αύξηση των τιμών του πετρελαίου ενδέχεται να ενισχύσει τα έσοδα της Ρωσίας και να χρηματοδοτήσει περαιτέρω τον πόλεμό της.
Θεατής στον πόλεμο, εγκλωβισμένη στα διλήμματα
Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, ένα στοιχείο είναι κοινό σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις: η απροθυμία να εμπλακούν άμεσα στον πόλεμο. Αναλυτές επισημαίνουν ότι η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη παραμένει επιφυλακτική απέναντι σε νέες στρατιωτικές επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή, ιδιαίτερα μετά την εμπειρία του πολέμου στο Ιράκ το 2003 και την αποχώρηση από το Αφγανιστάν. Ετσι, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες περιορίζονται σε κινήσεις προστασίας: αποστολή πολεμικών πλοίων για την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, ενίσχυση της αεράμυνας σε ευρωπαϊκές βάσεις και σχέδια εκκένωσης πολιτών από περιοχές υψηλού κινδύνου. Η κρίση στο Ιράν επαναφέρει στο προσκήνιο και ένα παλιό ερώτημα για την Ευρωπαϊκή Ενωση: Μπορεί να αποκτήσει πραγματική στρατηγική αυτονομία; Παρά τις επανειλημμένες δηλώσεις για την ανάγκη μιας πιο ανεξάρτητης ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής, η πραγματικότητα δείχνει ότι η ήπειρος εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες για την ασφάλειά της.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αποκαλύπτει ξανά τις αδυναμίες της ευρωπαϊκής ενότητας. Η Ε.Ε. καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη συμμαχία με την Ουάσινγκτον, τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και στα εθνικά συμφέροντα των κρατών-μελών της και το κάνει με τον συνηθισμένο τρόπο, ως θεατής σε μια σύγκρουση που όμως μπορεί να επηρεάσει βαθιά το μέλλον της.


