Ανοιχτή «πληγή» παραμένει η υπόθεση του σκανδάλου στο οποίο φέρεται εμπλεκόμενος ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γιάννης Παναγόπουλος.
Η δικογραφία από την Αρχή για το ξέπλυμα που αφορούσε μη υποβολή «πόθεν έσχες» από τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ μπορεί να έκλεισε αρχικά από την Εισαγγελία Πρωτοδικών, αλλά ξανάνοιξε αμέσως από τον εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος δεν συμφώνησε με την αρχειοθέτηση της υπόθεσης.
Κάτι παρόμοιο συνέβη και με το σκέλος της υπόθεσης που αφορούσε την υπεξαίρεση κονδυλίων από το Ελληνικό Δημόσιο και την Ευρωπαϊκή Ενωση για εκπαιδευτικά προγράμματα, για το οποίο είχαν δεσμευτεί οι τραπεζικοί λογαριασμοί του κ. Παναγόπουλου και ακόμη έξι προσώπων με εντολή του προέδρου της Αρχής για το ξέπλυμα Χαράλαμπου Βουρλιώτη.
Η υπόθεση «αναθερμάνθηκε» πριν από λίγες ημέρες μετά την αιφνιδιαστική έφοδο της Οικονομικής Αστυνομίας στην οικία και στο γραφείο του κ. Παναγόπουλου.
Τι ήταν αυτό που οδήγησε τον οικονομικό εισαγγελέα ο οποίος χειρίζεται τη δικογραφία για την υπόθεση με τα κονδύλια που λαμβάνονταν για εκπαιδευτικά προγράμματα εργαζομένων ώστε να ζητήσει έρευνες στο σπίτι και το γραφείο του προέδρου της ΓΣΕΕ, καθώς και σε εγκαταστάσεις εταιριών με τις οποίες φαίνεται ότι είχε κάνει τις συμβάσεις και συνεργάζονταν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη;
Δικαστικές πηγές υποστηρίζουν ότι ο λόγος είναι τα ευρήματα Βουρλιώτη, τα οποία καταγράφονται στο πόρισμά του, βάσει του οποίου δόθηκε η εντολή για δέσμευση λογαριασμών Παναγόπουλου και ακόμα έξι προσώπων.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στο πόρισμα γίνεται λόγος για «σοβαρές ενδείξεις» ότι ο Γιάννης Παναγόπουλος «εκμεταλευόμενος την ιδιότητά του ως προέδρου της ΓΣΕΕ, του Ινστιτούτου Εργασίας, του Κέντρου Επαγγελματικής Κατάρτισης Ινστιτούτου Εργασίας, του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής, προέβη στην υπεξαίρεση χρηματικών κεφαλαίων, προερχόμενων από επιχορηγήσεις – επιδοτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαικής Ενωσης, χρηματικά ποσά που λάμβαναν τα εν λόγω ελεγχόμενα από τον ίδιο νομικά πρόσωπα.
Κατά τις ίδιες πηγές, στο πόρισμα Βουρλιώτη επισημαίνεται ότι «η τακτική που διαπιστώθηκε ότι ακολουθούσε ο Παναγόπουλος Ιωάννης, μέσω των νομικών προσώπων, για τη διαχείριση των κονδυλίων και την υλοποίηση των έργων αφορά απευθείας αναθέσεις ή αναθέσεις μέσω διαγωνισμών των δημόσιων έργων σε συγκεκριμένες εταιρίες, αλλά και στις ενδιάμεσες εταιρίες στις οποίες διοχέτευσε συστηματικά κεφάλαια και οι οποίες, κατά διαστήματα, εναλλάσσονταν, μεταξύ των ανάδοχων εταιριών, ως συμμετέχουσες – ανάδοχοι έργων.
Πως γίνονταν τα αλισβερίσια των αναθέσεων σε εταιρίες παρακάμπτοντας την διαύγεια
Για το πώς γίνονταν οι απευθείας αναθέσεις -σύμφωνα με πληροφορίες- αναφέρεται χαρακτηριστικά: «∆ιαπιστώθηκε ότι οι υποψήφιες εταιρίες για την αναδοχή του έργου ήταν πάντα μία από τις συνεργαζόμενες εταιρίες που αναλάμβαναν την υλοποίηση του έργου από το 2020 έως το 2025, καθώς “εντελώς τυχαία” οι άλλες υποψήφιες εταιρίες δεν πληρούσαν τα κριτήρια για την αναδοχή, ενώ παράλληλα εντοπίστηκε ότι πολλές από αυτές τις απευθείας αναθέσεις δεν έχουν δημοσιευτεί στη ∆ιαύγεια».
«Στην περίπτωση των αναθέσεων με διαγωνισμό παρατηρήθηκε ότι σε όλες τις περιπτώσεις οι ως άνω συγκεκριμένες εταιρίες συμμετείχαν εναλλάξ, κατά διαστήματα, σε πολλούς διαγωνισμούς (είτε μεμονωμένα είτε ως ενώσεις εταιριών) για την ανάληψη έργου και φυσικά επιλέγονταν ως ανάδοχοι από την αρμόδια επιτροπή, στην οποία πρόεδρος ήταν ο Παναγόπουλος Ιωάννης».
Σημαντικό στοιχείο, όπως επισημαίνεται στο πόρισμα, ότι «ορισμένες εξ αυτών των εταιριών δεν παρουσίαζαν δραστηριότητα, στερούνταν της απαραίτητης υλικοτεχνικής υποδομής και προσωπικού για την υλοποίηση των έργων και μέρος των κονδυλίων αναλαμβάνονταν με τη μορφή μετρητών απευθείας, γεγονός που καταδεικνύει ότι είχαν τον ρόλο των εταιριών “οχημάτων” για τη διακίνηση κεφαλαίων, που θα κατέληγαν παράνομα στους πραγματικούς δικαιούχους αυτών και στην πραγματικότητα στον Ιωάννη Παναγόπουλο».
Και συνεχίζει: «Η τακτική αυτή ακολουθήθηκε για την πρόσδοση αληθοφάνειας και νομιμοφάνειας σε συναλλαγές ύψους, τουλάχιστον, 577.176,38 ευρω, για την παροχή δήθεν υπηρεσιών εκ μέρους των εταιριών, γεγονός που στοιχειοθετεί τεχνητή διακίνηση κεφαλαίων και μεθοδευμένη συγκάλυψη της πραγματικής διάθεσης των πόρων των συμβάσεων. Προσέτι διαπιστώθηκαν εκτεταμένες μεταφορές ποσών προς ατομικούς λογαριασμούς των συνδεδεμένων φυσικών προσώπων, στερούμενες νόμιμης αιτιολογίας, καθώς και επανειλημμένες αναλήψεις μετρητών συνολικού ύψους 1.519.167,81 ευρώ, οι οποίες καταδεικνύουν μεθόδευση απόκρυψης της προέλευσης και τελικής ιδιοποίησης των κεφαλαίων. Οι εν λόγω αναλήψεις δημιουργούν σοβαρές υπόνοιες ότι τα ποσά περιέρχονταν εν τέλει στην κατοχή του Ιωάννη Παναγόπουλου και των συνεργατών του, ως νόμιμων εκπροσώπων των άμεσα συνεργαζόμενων εταιριών, τα οποία και ιδιοποιήθηκαν παρανόμως».
Σε άλλο σημείο του πορίσματος γίνεται λόγος για «εκτεταμένες μεταφορές ποσών προς ατομικούς λογαριασμούς των συνδεδεμένων φυσικών προσώπων, στερούμενες νόμιμης αιτιολογίας, καθώς και επανειλημμένες αναλήψεις μετρητών, συνολικού ύψους 1.519.167,81, οι οποίες καταδεικνύουν μεθόδευση απόκρυψης της προέλευσης και τελικής ιδιοποίησης των κεφαλαίων».
Το πόρισμα καταλήγει, μεταξύ άλλων, ότι «προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο Παναγόπουλος Ιωάννης με τη συνδρομή τρίτων φυσικών προσώπων (πραγματικών δικαιούχων των συνεργαζομένων εταιριών) και μέσω νομικών προσώπων, που τελούσαν υπό τον απόλυτο έλεγχό του, διέπραξε το αδίκημα της υπεξαίρεσης, ιδιοποιούμενος παρανόμως το συνολικό ποσό των 2.096.344,19 ευρώ από ευρωπαϊκά και εθνικά κονδύλια». Η υπόθεση είναι ακόμη υπό διερεύνηση από την Οικονομική Εισαγγελία.
Οι ισχυρισμοί του προέδρου της ΓΣΕΕ για τα στοιχεία της έρευνας
Μετά την έφοδο της Οικονομικής Αστυνομίας ο κ. Παναγόπουλος έκανε λόγο για προσπάθειες «ζωντανής διατήρησης» μιας ανύπαρκτης υπόθεσης και υποστήριξε ότι η έρευνα έρχεται δύο μήνες μετά τις αρχικές διαρροές, χωρίς όμως να έχει δοθεί ακόμη το πόρισμα από την Ανεξάρτητη Αρχή.
Ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ δήλωσε ότι συνεργάστηκε πλήρως, παραχωρώντας όλα τα στοιχεία που του ζητήθηκαν, ενώ επισήμανε ότι παρά τις συνεχείς προσπάθειες δεν βρέθηκαν ουσιαστικά στοιχεία που να στηρίζουν την ύπαρξη της υπόθεσης που ερευνάται. Συμπλήρωσε, επίσης, ότι οι Αρχές «αναζητούν επί ματαίω και με κάθε τρόπο στοιχεία για να κρατηθεί ζωντανή μια ανύπαρκτη υπόθεση».
Ολόκληρη η δήλωσή του έχει ως εξής: «Σήμερα, όπως γνωρίζετε, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ βρίσκεται στην αιχμή της δημοσιότητας. Σήμερα όμως -δύο μήνες μετά τις διαρροές και τα non papers, χωρίς ακόμα να έχω πάρει το πόρισμα της Ανεξάρτητης Αρχής- δέχτηκα επίσκεψη στο σπίτι και το γραφείο μου των οργάνων της Οικονομικής Αστυνομίας.
Σεβόμενος απολύτως την εντολή που τους δόθηκε, παρείχα κάθε στοιχείο που μου ζητήθηκε. Ωστόσο, πρέπει να σημειώσω ότι αναζητούνται επί ματαίω και με κάθε τρόπο στοιχεία για να κρατηθεί “ζωντανή” μία ανύπαρκτη υπόθεση.
Η Εισαγγελία κάνει τη δουλειά της και εγώ ως πρόεδρος της ΓΣΕΕ συνεχίζω να κάνω τη δουλειά μου, εν όψει μάλιστα του συνεδρίου της ΓΣΕΕ σε λίγες ημέρες».
Από τη στήλη «Αδέκαστος» της «Δημοκρατίας»



