Δεν είναι η πρώτη φορά που η χώρα μας καταδικάζεται από το ΕΔΔΑ για μη δίκαιη δίκη και κυρίως για πρωτοφανείς καθυστερήσεις στην εκδίκαση των υποθέσεων.
Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία, η φύση των παραβιάσεων σχετίζεται κατά κύριο λόγο με την παράγραφο 1 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, η οποία κατοχυρώνει το δικαίωμα στη χρηστή απονομή δικαιοσύνης και δη το δικαίωμα σε δίκη εντός εύλογης προθεσμίας (ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης).
Μετά την καταδίκη της χώρας μας από το ΕΔΔΑ για την υπόθεση με την ιρανική τράπεζα, τα σκήπτρα για τη δεύτερη θέση στην καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης κρατάει υπόθεση καθαρίστριας, η οποία εργαζόταν από το 1984 στο Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο.
Προσέφυγε στις 22 Ιουνίου 2001 κατά του νοσοκομείου, διεκδικώντας 75.739,72 ευρώ για μισθολογικές προσαυξήσεις και επιδόματα που, όπως υποστήριζε, δεν της είχαν καταβληθεί. Παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις της για προσδιορισμό δικασίμου (το 2004, 2007, 2009 και 2010), η πρώτη συζήτηση ορίστηκε το 2012, αλλά αναβλήθηκε για τη συλλογή στοιχείων σχετικά με προηγούμενη αγωγή της.
Νέα δικάσιμος προσδιορίστηκε το 2015 και στις 20 Απριλίου του ίδιου έτους το Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, επιδικάζοντας 21.250,66 ευρώ με τόκους, απορρίπτοντας ωστόσο αξιώσεις ως παραγεγραμμένες.
Η καθαρίστρια άσκησε έφεση, η οποία εκδικάστηκε με μεγάλη καθυστέρηση, λόγω, μεταξύ άλλων, και της αποχής των δικηγόρων τον Δεκέμβριο του 2017. Τον Νοέμβριο του 2018 το Εφετείο τροποποίησε εν μέρει την πρωτόδικη απόφαση. Ακολούθησε αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, η οποία απορρίφθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2020.
Η απόφαση καθαρογράφηκε και κατέστη διαθέσιμη στις 9 Απριλίου 2020. Συνολικά, η διαδικασία διήρκεσε 18 χρόνια, 9 μήνες και 18 ημέρες.
Από τη στήλη «Ο αδέκαστος» της «Δημοκρατίας»
