Το Σύνταγμα είναι το ιερό δισκοπότηρο της δημοκρατίας μας. Η σωστή εφαρμογή του κρίνει την ποιότητα και την ανθεκτικότητα του πολιτεύματος. Δεν το «πειράζουμε» κάθε τόσο, χωρίς σοβαρή αιτία, για μικροκομματικούς λόγους και μόνο επειδή μας παρέχεται το προνόμιο της κατά καιρούς αναθεώρησης.
- Από τον
Βασίλη Γαλούπη
Η πρόθεση του Κυριάκου Μητσοτάκη πριν από λίγες ημέρες, μέσω των προτάσεών του, να «νομιμοποιήσει» και να διευρύνει την καταπάτηση του Συντάγματος δεν τρόμαξε μόνο έγκριτους συνταγματολόγους, αλλά ακόμα και τον πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, που έσπευσε σε άμεση παρέμβαση.
Διαβάζοντας πίσω από τις λέξεις, ο Μιχάλης Πικραμένος πέρασε ουσιαστικά προς κάθε κατεύθυνση το ξεκάθαρο μήνυμα πως τα προβλήματα αρχίζουν από την καταπάτηση του Συντάγματος, όχι από την ανάγκη… εκσυγχρονισμού του, όπως εντέχνως προμοτάρει η κυβέρνηση. Αυτό σημαίνει η δήλωσή του πως «δεν έφταιξε το Σύνταγμα για τις πολιτικές κρίσεις της χώρας».
Το ελληνικό Σύνταγμα θεωρείται από τα πιο ισορροπημένα και φιλελεύθερα της αστικής δημοκρατίας. Οι περιορισμοί που υπάρχουν είναι επίσης ισορροπημένοι. Γι’ αυτό και αν γίνουν απρόσεκτες ή καιροσκοπικές αλλαγές, θα υπάρξει αμέσως κίνδυνος να θιχθεί ο πυρήνας δικαιωμάτων, όπως, για παράδειγμα, της ήδη εύθραυστης και βαλλόμενης ελευθερίας του Τύπου.
Κάτι τέτοιο θα σημάνει ουσιαστικά την κατάργηση θεμελιωδών δικαιωμάτων, ένα συνειδητό και υπονομευτικό πλήγμα για τη στοιχειωδώς εύρυθμη λειτουργία του πολιτεύματος.
Η καταπάτηση του Συντάγματος ήδη συντελείται, ειδικά τα τελευταία χρόνια. Τώρα επιχειρείται να φορεθεί κι ένα μανδύας-άλλοθι, αυτός του… εκσυγχρονισμού, ώστε όχι μόνο να «κατοχυρωθεί» αλλά και να διευρυνθεί η καταπάτηση. Είναι αυτό το «καμπανάκι» που σήμανε τον συναγερμό, προκειμένου να προχωρήσει στη σκληρή του δήλωση ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Οι προτάσεις που έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στις 7 Μαΐου για την αναθεώρηση του Συντάγματος αποκάλυψαν σε δημόσια θέα ότι ο πρωθυπουργός θέλει να κυβερνάει για πάντα με εξουσίες «μονάρχη» και χωρίς λογοδοσία.
Κάτι που επισήμανε από την πρώτη στιγμή η «δημοκρατία». Οτι από τη λειτουργία των ΜΜΕ και των κομμάτων, μέχρι το εκλογικό σύστημα, τη Δικαιοσύνη, τις ανεξάρτητες Αρχές, ακόμα και την Πολεοδομία, η κυβέρνηση προωθεί μια λογική υπερσυγκέντρωσης ισχύος, θυμίζοντας άλλες, σκοτεινές εποχές άγριας περιστολής, με το πρόσχημα της θεσμικής «κανονικότητας».
Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρόεδρος του ΣτΕ απέστειλε την επιστολή – δήλωσή του προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον υπουργό Δικαιοσύνης. Οπως, βέβαια, και στους αρχηγούς όλων των κομμάτων. Ο Πικραμένος προέτρεψε «για σεμνότητα και σεβασμό απέναντι στο Σύνταγμα».
Βασική θέση της επιστολής είναι ότι το ισχύον Σύνταγμα επιδέχεται μόνο σημειακές και οριακές βελτιώσεις, προειδοποιώντας ότι ευρείας κλίμακας αλλαγές (σ.σ.: προφανώς σαν κι αυτές που προτείνει ο Μητσοτάκης) εγκυμονούν κινδύνους για τη συνοχή και την ισορροπία του πολιτεύματος: «Κανένα συνταγματικό κείμενο δεν μπορεί να προστατεύσει ούτε από τη γενικευμένη καταφρόνηση των θεσμών ούτε από τη βία. Δεν έφταιξε το Σύνταγμα για τις πολιτικές και πολιτειακές κρίσεις που βίωσε η χώρα».
Είναι οφθαλμοφανές ότι ο πρόεδρος του ΣτΕ κατάλαβε ό,τι και οι συνταγματολόγοι που άκουσαν την κυβερνητική πρόταση. Πως για τον πρωθυπουργό κάποιοι «περιορισμοί» του Συντάγματος αποτελούν πρόβλημα.
Αν, για αλλαγή, ο πρωθυπουργός δοκίμαζε να εφαρμόζει το Σύνταγμα, θα το διαπίστωνε και μόνος του. Πως οι απαραίτητες συνταγματικές προβλέψεις είναι εκεί. Δεν χρειαζόμαστε remake. Ολα τα προβλήματα αρχίζουν και τελειώνουν από τη μη εφαρμογή του Συντάγματος και των νόμων, όχι το αντίθετο.
Γιατί, λοιπόν, ένας πρωθυπουργός που δεν λέει να εφαρμόζει το Σύνταγμα στην επταετή διακυβέρνησή του κόπτεται ξαφνικά να το… αναθεωρήσει; Προφανώς επειδή επιδιώκει να βγάλει από τη μέση οτιδήποτε τον περιορίζει από τις δικλίδες ασφαλείας που προβλέπει το ελληνικό Σύνταγμα.
Για τον Μητσοτάκη το Σύνταγμα έγινε στόχος επειδή τον εμποδίζει. Νο 1, ηγείται μιας κυβέρνησης υποδίκων λόγω ΟΠΕΚΕΠΕ κι όχι μόνο. Νο 2, ο ίδιος είναι πρωταγωνιστής στο σκάνδαλο των υποκλοπών από την πρωθυπουργική ΕΥΠ. Και Νο 3 το Μαξίμου οργανώνει και συγκαλύπτει εδώ και τρία χρόνια όσα έγιναν στα Τέμπη.
Μια κυβέρνηση που δρα συστηματικά πέρα από το κράτος και τη νομιμότητα, με παρακρατικά τρολ, χειραγώγηση της Δικαιοσύνης και διάφορες «λίστες» χρηματοδοτήσεων από δημόσιο χρήμα, είναι αναμενόμενο να επιδιώκει ένα άλλο Σύνταγμα, πιο «φιλικό» προς τη διαφθορά και την ατιμωρησία.
Το Σύνταγμα ουσιαστικά γράφεται από τους πολίτες. «Ράβεται» για λογαριασμό του λαού. Οχι πάνω στα μέτρα κάποιου πρωθυπουργού με «ναπολεόντεια» συγκέντρωση εξουσιών. Και ασφαλώς όχι πάνω στα μέτρα ενός μητσοτακικού κονκλαβίου, που αναλαμβάνει εξυπηρετήσεις συμφερόντων, funds κι ανοιχτομάτηδων.
Ο πρόεδρος του ΣτΕ είπε στον πρωθυπουργό ότι το Σύνταγμά μας είναι ουσιαστικά ολοκληρωμένο κι άρτιο. Παιχνίδια με το Σύνταγμα είναι συνεπώς περιττά, εκτός αν εξυπηρετούν ξεχαρβάλωμα κι όχι συνταγματικές προστασίες.
Ο Μητσοτάκης θα μπορούσε να αρχίσει με το να εφαρμόζει το Σύνταγμα. Αν το έκανε, δεν θα είχαμε το σκάνδαλο των υποκλοπών από τη «δική του» ΕΥΠ. Στις προτάσεις υπάρχουν «κόκκινες» γραμμές που δύσκολα θα βρει ο Μητσοτάκης συνενόχους για να τις περάσει. Οπως, για παράδειγμα, τις επιθυμίες του για τη μετατροπή του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας σε χρηματιστηριακό προϊόν για τις πρόσκαιρες αρπαχτές διαφόρων, εδραιώνοντας πλήρη αυθαιρεσία.
Μιχάλης Πικραμένος – Πρόεδρος Συμβουλίου της Επικρατείας
Ανήκει στο δικαστικό δυναμικό του ΣτΕ από το 1989 και είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Εχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, γενικός διευθυντής της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών (2013-2016), εθνικός εκπρόσωπος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης (2011-2018) και στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Δικαστικής Εκπαίδευσης (2013-2016) κ.ά. Είναι μέλος επιστημονικών ινστιτούτων και νομοπαρασκευαστικών επιτροπών με αντικείμενο τη Δικαιοσύνη και τη Δημόσια Διοίκηση.
Εχει συγγράψει μελέτες και άρθρα δημόσιου δικαίου και έχει επιμεληθεί συλλογικών έργων. Επελέγη νέος πρόεδρος του ΣτΕ τον Ιούλιο 2024, με τριετή θητεία, έπειτα από σχετική πρόταση του υπουργού Δικαιοσύνης, Γιώργου Φλωρίδη, προς το υπουργικό συμβούλιο.