Ενώ η Ελλάδα ως «κόμβος» μπορεί να λειτουργήσει ως «εργαλείο αποτροπής», μπορεί να γίνει και «μαγνήτης» για εντονότερες τουρκικές προκλήσεις
Μ εθαύριο (19-20/5/26) η Ελλάδα φιλοξενεί το Balkans Energy Summit στην Αθήνα. Θέματα που θα απασχολήσουν, η ενεργειακή ασφάλεια, οι διασυνοριακές διασυνδέσεις ΦΑ, η πολιτική LNG, ο Κάθετος Διάδρομος (Vertical Corridor), οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), αποθήκευση, logistics, επενδύσεις και γενικότερα θέματα γεωπολιτικής της ενέργειας στα Βαλκάνια και στη Ν/Α Ευρώπη.
- Από τον Νικ. Σταυρουλάκι
Θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα ετήσια γεγονότα για την ενέργεια στην περιοχή, με συμμετοχή υπουργών, στελεχών εταιριών, ρυθμιστικών Αρχών και επενδυτών. Η Ελλάδα αξιοποιεί το συνέδριο για να προωθήσει τον ρόλο της ως ενεργειακού κόμβου και ως πυλώνα ανάμεσα στους τέσσερις άξονες της ελληνικής ενεργειακής διπλωματίας που είναι το East Mediterranean Gas Forum – EMGF (Φόρουμ Φυσικού Αερίου Ανατολικής Μεσογείου), το σχήμα 3+1 (Ελλάδα Κύπρος Ισραήλ ΗΠΑ) και την Ε.Ε.
Η Ελλάδα ως ενεργειακός κόμβος με δίκτυα μεταφορά ενεργειακών παραγόντων (πετρέλαιο, LNG, φυσικό αέριο), σταθμούς αποθήκευσης και συμμαχίες επιχειρεί διπλωματικά να αξιοποιήσει ως αποτρεπτικό μέσο, αλλά και ως βραχίονα αμυντικής θωράκισης την ενεργειακή της ταυτότητα. Ωστόσο η πολιτική αυτή αναδεικνύεται σε «δίκοπο μαχαίρι».
Από τη μία πλευρά η Αθήνα επιχειρεί να αναδείξει την ενεργειακή διπλωματία ως «εργαλείο αποτροπής» αναθεωρητικών τάσεων από τη γνωστή γειτονική χώρα, καθώς παράλληλα ενισχύει συμμαχίες, ταυτίζοντας τη δική της οικονομική ανάπτυξη με την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια. Ομως ταυτόχρονα η ενεργειακή διπλωματία μπορεί να λειτουργήσει ως «μαγνήτης» για νέες, εντονότερες τουρκικές προκλήσεις, μετατρέποντας οικονομικές πρωτοβουλίες σε πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.
Τα σεναρια
Στο περιβάλλον γεωπολιτικής αστάθειας, με τον πόλεμο στην Ουκρανία να συνεχίζεται χωρίς ορίζοντα λύσης, τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή και τις διαρκείς προκλήσεις από την Τουρκία, «πλασάρεται» ως ενεργειακός κόμβος στη Ν/Α Ευρώπη, χρησιμοποιώντας την ενεργειακή διπλωματία όχι ως απλή οικονομική στρατηγική, αλλά βασικό εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Κρίσιμο ερώτημα παραμένει εάν μπορεί με τα διπλωματικά εφόδια που διαθέτει να διαχειριστεί την ενεργειακή της ταυτότητα ως συντελεστή ισχύος, με τη συγκεκριμένη πολιτική να λειτουργεί ως αποτρεπτικό μέσο, ή αναπόφευκτα η ίδια αυτή πολιτική θα καταστεί παράγοντας εμπλοκής σε περιφερειακές κρίσεις ή και ευθέως σε μείζονα κρίση με την Τουρκία.
Οι πληροφορίες που φτάνουν στις ελληνικές υπηρεσίες, αλλά και οι ενδείξεις που συγκεντρώνονται με τη βοήθεια υπηρεσιών συμμαχικών χωρών δείχνουν ως επικρατέστερο σενάριο το δεύτερο. Είναι και ο λόγος που η Ελλάδα αναπτύσσει με ταχείς ρυθμούς την «Ασπίδα του Αχιλλέα», ενώ αναβαθμίζει συνεχώς τα οπλικά μέσα που διαθέτει, με αναπροσαρμογή του δόγματος «απάντησης» που θα ενεργοποιήσει την στιγμή «μηδέν».
Αδιαμφισβήτητο δεδομένο: Η Τουρκία αντιδρά σε κάθε ενεργειακή πρωτοβουλία της Αθήνας, που την αποκλείει από το ενεργειακό παιχνίδι στην Ν/Α Μεσόγειο, όπως δείχνουν τα περιστατικά με το «Oruc Reis», οι ψευδο-συμφωνίες με τη Λιβύη, αλλά και πρόσφατα οι παρενοχλήσεις από Τουρκικά πολεμικά σκάφη σε διαδικασίες πόντισης καλωδίων σύνδεσης ελληνικών νησιών. Παρότι γενικότερα η ενεργειακή διπλωματία λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος για την Ελλάδα, δεν είναι άμοιρη σημαντικού ρίσκου εμπλοκής. Η Άγκυρα αντιλαμβάνεται κάθε ελληνική κίνηση στην ανατολική Μεσόγειο ως απειλή για τα δικά της συμφέροντα, με αποτέλεσμα συχνές και έντονες αντιδράσεις που μπορούν να κλιμακώσουν την ένταση πέρα από τα ενεργειακά πεδία.
Χαρακτηριστική η ρητορική κορυφαίων Τούρκων αξιωματούχων. Ο Τούρκος ΥΠΕΞ Φιντάν έχει βάλει τελευταία στο στόχαστρο τις περιφερειακές συνεργασίες Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ ως «συνθήκες που δημιουργούν προβλήματα και οδηγούν σε πόλεμο». Οι λέξεις του δεν είναι τυχαίες και ήδη βρίσκονται στα εργαστήρια επικοινωνιακών αναλύσεων στα ελληνικά επιτελεία.
Εν χορώ με τον Φιντάν, παρόμοιες φραστικές επιθέσεις έρχονται και από τον ηγέτη του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης Μπαχτσελί, με ακραίες δηλώσεις για τα ελληνικά νησιά, κυρίως τα Δωδεκάνησα, την υποστήριξη του λεγόμενου «Τουρκολιβυκού Μνημονίου», τη μεταφορά σε νόμο του τουρκικού κράτους της αερολογίας της «Γαλάζιας Πατρίδας» και με προειδοποιήσεις για απάντηση σε οποιαδήποτε κίνηση που δήθεν αγνοεί τα τουρκικά συμφέροντα. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 παραμένει σημείο τριβής, με τον υπουργό Εξωτερικών Γ. Γεραπετρίτη να κατεβαίνει κάθε λίγο και λιγάκι στη Λιβύη, τάζοντας ανταλλάγματα, ώστε και οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές στη χώρα να μην ενδώσουν στις τουρκικές πιέσεις.
Παρότι θεωρείται άκυρο από την Ελλάδα, την Ε.Ε. και μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας (καθότι αγνοεί την παρουσία ελληνικών νησιών), η Τουρκία συνεχίζει να το επικαλείται ως νομική βάση. Σε απάντηση η Αθήνα προχώρησε (Φεβρουάριος 2026) σε συμφωνίες παραχώρησης με τη Chevron (σε κοινοπραξία με τη HELLENIC Energy) για τέσσερα οικόπεδα νότια της Κρήτης και νότια της Πελοποννήσου, το τουρκικό υπουργείο Αμυνας χαρακτήρισε τις δραστηριότητες «παράνομες, μονομερείς», που «παραβιάζουν το Διεθνές Δίκαιο και τις σχέσεις καλής γειτονίας». Η Αγκυρα δήλωσε ότι στηρίζει τη Λιβύη, ώστε να λάβει μέτρα κατά αυτών των δραστηριοτήτων.
Δυστυχώς, οι εντάσεις δεν περιορίζονται στη ρητορική. Η Τουρκία προετοιμάζει νομοσχέδιο για θαλάσσιες ζώνες δικαιοδοσίας που θα ενισχύει τις διεκδικήσεις της σε Αιγαίο και ανατολική Μεσόγειο, ενώ συνεχίζει να χρησιμοποιεί το μνημόνιο με τη Λιβύη ως εργαλείο πίεσης. Παράλληλες κινήσεις, όπως η αποστολή ερευνητικών σκαφών ή η έκδοση NAVTEX σε αμφισβητούμενες περιοχές, καταδεικνύουν ότι η Αγκυρα είναι έτοιμη να μετατρέψει τις ενεργειακές «διαφορές» με την Ελλάδα σε επιχειρησιακές εντάσεις.
Οι τιμες
Η ελληνική πλευρά απαντά, τονίζοντας ότι οι παραχωρήσεις γίνονται σε περιοχές ελληνικής κυριαρχίας, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, τη Συμφωνία UNCLOS και κάθε άλλο διεθνές έγκυρο νομικό μέσο, τα οποία, όμως, η Τουρκία ερμηνεύει με τον δικό της τρόπο. Η Αθήνα επιχειρεί να μετριάσει τους κινδύνους μέσω πολυμερούς διπλωματίας και πρωτοφανούς πρόσδεσης στο άρμα των ΗΠΑ, αλλά η διατήρηση της ισορροπίας απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση, στρατιωτική αποτρεπτική ισχύ στο πεδίο και βούληση για «ακαριαίο πλήγμα θανάτου», σε περίπτωση που η Τουρκία θελήσει να μεταφέρει έξω από τα διπλωματικά γραφεία τις αλόγιστες διεκδικήσεις της.
Επιπλέον, η σχεδόν καθολική εξάρτηση από το αμερικανικό LNG εκθέτει την Ελλάδα σε ταλαντεύσεις στην ενεργειακή της πολιτική, πληρώνοντας, μεταξύ άλλων, βαρύ τίμημα ως προς τις τιμές της ενέργειας που φτάνουν στον καταναλωτή. Η ενεργειακή διπλωματία μπορεί να εμπλέξει την Ελλάδα σε ευρύτερες περιφερειακές αντιπαραθέσεις, ιδίως αν ενταθούν περιφερειακές συγκρούσεις. Παράλληλα προωθεί μεγάλα projects (όπως ο EastMed που παραμένει σε αναμονή), που όμως απαιτούν τεράστιες επενδύσεις εν σε περιβάλλον κινούμενης γεωπολιτικής άμμου και παγκόσμιας αβεβαιότητας.