Είδα, ακόμα μία φορά, ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα αφιερωμένο στον Μάνο Χατζιδάκι. Ας μου επιτραπεί να καταθέσω σε αυτό το σημείωμα μια ευχάριστη και μια οδυνηρή εμπειρία για τον μεγάλο αυτόν άνδρα.
Το 1975 ο αξέχαστος Μιχάλης Ροζάκης, διευθυντής τότε στο ΕΙΡΤ, με κάλεσε και μου είπε ότι «με περιμένει ο Μάνος για να συζητήσουμε το θέμα της εκπομπής που είχα ζητήσει». Τον συνάντησα, με τα πόδια κομμένα και κόμπο στον λαιμό. «Νεαρέ μου, ο κ. Γοζάκης σάς θέλει πολύ στο πρόγραμμα, αλλά μας έχει μείνει ώγα μόνο για μια εκπομπή αφιερωμένη στο αυτοκίνητο, ενώ εσείς θέλετε να κάνετε εκπομπή με μουσική γοκ. Θα δω τι μπορώ να κάνω, ελάτε μεθαύγιο».
Ξαγρύπνησα δύο βράδια και ξαναπήγα. «Κοιτάξτε, μπογείτε να κάνετε μουσική εκπομπή, αλλά τα σχόλιά σας θα αφορούν μόνο το αυτοκίνητο και τον κόσμο του». Απάντησα αμέσως θετικά, αλλά μου ζήτησε τίτλο. «Μέχγι αύγιο τον θέλουμε» μου είπε και έφυγα. Την επομένη τού πήγα τον τίτλο «Κοντσέρτο για τέσσερις τροχούς». Ενθουσιάστηκε. «Εξαιγετικό! Ετσι θέλω τους νέους, ευγηματικούς! Πηγαίνετε και υπογράψετε τη σύμβασή σας» μου είπε και μου έσφιξε το χέρι.
Ετσι, εντάχθηκα στους «χατζιδακικούς» της κρατικής ραδιοφωνίας και έτσι έμαθα ραδιόφωνο, δίπλα σε σπουδαίους ανθρώπους. Ακόμη και σήμερα, έπειτα από πολλές και ποικίλες εμπειρίες δημοσιογραφικής ζωής, η περίοδος που πέρασα στην ΕΡΤ επί Χατζιδάκι είναι μέσα μου ένα μοναδικό διαμάντι. Η δεύτερη εμπειρία είναι εφιαλτική. Μου τηλεφώνησε, ένα μουντό απόγευμα, ο Αντώνης Καρκαγιάνης, διευθυντής τότε της «Καθημερινής» και μου είπε να πάω στη Ρηγίλλης, όπου θα γινόταν κάποια σημαντική ανακοίνωση από τον αρχηγό του κόμματος. Παρκάρισα το αυτοκίνητο χαμηλά και ανέβαινα τη Ρηγίλλης με τα πόδια. Είδα, ξαφνικά, λίγο κόσμο μπροστά στην πολυκατοικία που έμενε ο Μάνος. Ετρεξα και τον είδα να τον μεταφέρουν χωρίς τις αισθήσεις του στο ασθενοφόρο! Εκλαιγα με λυγμούς, βλέποντας το αυτοκίνητο να απομακρύνεται.
Είχα δει, μπροστά μου, χωρίς πνοή, τον άνθρωπο που μας έμαθε να σεβόμαστε την τέχνη, αλλά πάνω απ’ όλα να γνωρίζουμε ποιοι είμαστε και τι θέλουμε. Τηλεφώνησα και έδωσα το νέο στην εφημερίδα. Ο Αντώνης, φανατικός κι αυτός θαυμαστής του Μάνου, με άκουσε, κατάλαβε και είπε: «Καλά, αν δεν μπορείς, να στείλω άλλον, γύρνα σπίτι σου». Ετσι έγινε, δεν πήγα στη Ρηγίλλης εκείνη τη μέρα. Γύρισα σπίτι, άνοιξα ένα μπουκάλι κρασί, έβαλα στο πικάπ τους «Δεκαπέντε Εσπερινούς» και έπινα κοιτώντας τη θάλασσα από το παράθυρό μας. «Τι σου συμβαίνει;» με ρώτησε η γυναίκα μου. «Είδα τον Χατζιδάκι νεκρό, μπροστά μου» της είπα κι εκείνη έφερε ακόμα ένα ποτήρι.
Η ΑΚΙΣ
Πηγή φωτογραφίας: Φωτογραφικό αρχείο Ιδρύματος Ακτία Νικόπολις, Πρέβεζα

