Διάβαζα προχθές για την άδοξη κατάληξη της «αυτοκρατορίας» της οικογένειας Μαρινόπουλου. Ακόμα μία ελληνική εμπορική «δυναστεία» που χάθηκε, όπως χάθηκαν και πολλές άλλες, κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών.
Ποιος δεν θυμάται τον «Πι-μι με τη δραχμή», το χαριτωμένο κίτρινο ανθρωπάκι, που διαφήμιζε τα Πριζουνίκ Μαρινόπουλος. Εμείς εδώ, στον Πειραιά, είχαμε τον δικό μας Μαρινόπουλο στο Πασαλιμάνι, όπου σήμερα υπάρχει ο Σκλαβενίτης. Στην Αθήνα όλοι γνώριζαν το μεγάλο Φαρμακείο του Μαρινόπουλου κι εγώ θυμάμαι τα προϊόντα της Φαμάρ, της μεγάλης βιομηχανίας φαρμακευτικών και καλλυντικών, που έφθαναν ως «δείγματα δωρεάν» στο ιατρείο του πατέρα μας.
Και τι δεν έκαναν οι Μαρινόπουλοι. Εγιναν Καρφούρ Μαρινόπουλος, έφεραν τη Marks and Spencer, έφεραν τα καλλυντικά Sephora, έφεραν τα καφέ Starbucks. Αυτά τα τελευταία πουλήθηκαν πριν από μερικές ημέρες, κλείνοντας τον κύκλο της φίρμας Μαρινόπουλος, μιας φίρμας που άφησε έντονα ίχνη στη μεταπολεμική Ελλάδα.
Αλήθεια, τι έχει απομείνει ελληνικό στον τομέα της βιομηχανίας; Ελάχιστα πράγματα. Θυμάμαι, στον Πειραιά, τον Παπαστράτο, τον Κεράνη, την Ελσα, μεγάλες βιομηχανίες που σήμερα δεν υπάρχουν. Στην περιοχή του Παπαστράτου έχουμε σήμερα απρόσωπα κτίρια, που φιλοξενούν εισπρακτικές εταιρίες, funds και ψηφιακούς νομάδες, ο Κεράνης θα γίνει διαμερίσματα (για ξένους, υποθέτω), ενώ και άλλες βιομηχανίες έχουν χαθεί από την πόλη.
Φυσικά με έναν ανταγωνιστή όπως η Κίνα τίποτε δεν θα μπορούσε να σταθεί εύκολα σε μια χώρα σαν τη δική μας. Αλλά, όπως και να το κάνουμε, μελαγχολείς όταν θυμάσαι μια διαφορετική Ελλάδα, μια χώρα με βιομηχανία, με άπειρες βιοτεχνίες, με αγροτική παραγωγή, με ελληνικά εργατικά χέρια, με μικρότερες ταξικές διαφορές, με μια σφύζουσα μεσαία τάξη, την οποία συνέτριψαν οριστικά τα Μνημόνια, με την οικοδομή να καλπάζει και να στεγάζει ελληνικές οικογένειες και όχι αλλοδαπούς, με τους νέους να βρίσκουν εύκολα και αμέσως εργασία με καλές αμοιβές.
Πού πήγαν όλα αυτά και πώς χάθηκαν τόσο γρήγορα; Πώς τα καταφέραμε και «κατεβήκαμε από το τρένο» τόσο εύκολα; Ενας παλαιός πολιτικός, από τους μη επαγγελματίες της πολιτικής, μου έλεγε ότι «η κάτω βόλτα άρχισε από την ώρα που η πολιτική γίνηκε επάγγελμα» και ίσως να μην έχει άδικο. Το βλέπω πολύ δύσκολο να υπάρξει σήμερα πολιτικός που να πει ότι «για την πολιτική στέγνωσε τη ζωή του», όπως είπε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.
Σήμερα η χώρα βρίσκεται και πάλι εμπρός από ακόμα μία μεγάλη κρίση. Και αντί οι πολιτικές μας παρατάξεις να αναζητούν τρόπους συνεννοήσεως και συνεργασίας, τρώγονται σαν τα κοκόρια. Αρκεί μια ματιά στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και ένα πέρασμα από τα δελτία ειδήσεων των καναλιών για να μελαγχολήσεις. Μήπως τελικά «τοιούτοι έπρεπον ημίν αρχιερείς»;
Η ΑΚΙΣ



