Επιφανείς επιστήμονες μιλούν στη «δ» για εξέλιξη που είναι αδύνατον να δικαιολογηθεί και επιμένουν για συγκάλυψη
Το πραξικόπημα κυβέρνησης και Αρείου Πάγου, που στόχο έχει τη συγκάλυψη των υποκλοπών, έχει προκαλέσει μια άνευ όρων πολιτική αναταραχή αλλά και μια εξέγερση του νομικού κόσμου της χώρας. Επιφανείς νομικοί μιλούν για μια εξέλιξη που είναι αδύνατον να δικαιολογηθεί με νομικά επιχειρήματα, στοχεύουν ευθέως την ηγεσία της Δικαιοσύνης, όσο όμως και του Μαξίμου, που εδώ και καιρό έχει μετατρέψει τον Αρειο Πάγο σε κυβερνητικό εξαπτέρυγο, ενώ επιμένουν να μιλούν για συγκάλυψη και κουκούλωμα.
Πρώτος στο άκουσμα της αρχειοθέτησης αντέδρασε ο Χρήστος Ράμμος, πρώην πρόεδρος της ΑΔΑΕ, που έχει χειριστεί την υπόθεση με τις υποκλοπές, που σημάδεψε την καριέρα του όπως έχει πει και την έχει χαρακτηρίσει το μεγαλύτερο συνταγματικό σκάνδαλο της Μεταπολίτευσης. «Μένω άφωνος» αρκέστηκε να πει.
Ο συνήγορος επτά θυμάτων των υποκλοπών Ζαχαρίας Κεσσές σε ανάρτησή του εμφανίστηκε λάβρος κατά του Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, προαναγγέλοντας μάλιστα και μηνύσεις. «Πλέον μιλάμε για διάβρωση της δημοκρατίας» είπε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας με νόημα πως ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Τζαβέλλας πήρε τη δικογραφία και την κράτησε για 20 ημέρες χωρίς να κάνει καμία προανακριτική ενέργεια, χωρίς να εξετάσει ούτε ένα μάρτυρα, χωρίς να καλέσει οποιονδήποτε και χωρίς να ζητήσει τη συνδρομή οποιασδήποτε υπηρεσίας.

Μιλώντας στην εφημερίδα «δημοκρατία», ο γνωστός ποινικολόγος Θεόδωρος Μαντάς προανήγγειλε πως ο νομικός κόσμος δεν θα μείνει θεατής μπροστά σε αυτή την εξέλιξη του σκανδάλου των υποκλοπών. «Αντί να δρομολογηθεί με άμεση προτεραιότητα η διερεύνηση του τεράστιου σκανδάλου των υποκλοπών ως προς τα ενεχόμενα πολιτικά πρόσωπα, εμβρόντητοι ενημερωθήκαμε ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έθεσε ακόμα μία φορά την υπόθεση στο αρχείο. Ο δικηγορικός σύλλογος της Αθήνας και ο νομικός κόσμος δεν θα παραμείνουν απαθείς θεατές στην εξέλιξη αυτή. Αντίθετα, θα αναλάβουν πρωτοβουλίες ώστε να ενημερωθεί η ελληνική κοινωνία για την εξέλιξη αυτή που ουσιαστικά θέτει το κράτος δικαίου στο περιθώριο της ευνομούμενης πολιτείας» είπε χαρακτηριστικά.
Πολιτικό μήνυμα
Από την πλευρά του, ο Ακρίτας Καϊδατζής, αναπληρωτής καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο ΑΠΘ, χαρακτήρισε την κίνηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αποτρεπτική για όσους θέλουν να διερευνήσουν το σκάνδαλο, αφήνοντας αιχμές για την ανεξαρτησία του. «Στη δυσώδη υπόθεση των υποκλοπών -το, ίσως, μεγαλύτερο και σίγουρα το πιο σκοτεινό σκάνδαλο στη μεταπολιτευτική Ελλάδα- κάθε ενέργεια της δικαστικής εξουσίας έχει αυτόχρημα πολιτική σημασία. Η άρνηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ανασύρει την υπόθεση από το αρχείο, μετά την καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στέλνει ένα σαφές πολιτικό μήνυμα: “Μην τα σκαλίζετε”. Οτι το ίδιο ακριβώς επαναλαμβάνουν μονότονα, εδώ και τέσσερα χρόνια, κυβέρνηση και κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα έπρεπε να προβληματίσει.

Το ερώτημα τίθεται αμείλικτο: Πόσο ανεξάρτητος είναι ένας εισαγγελέας που καλείται να διερευνήσει ευθύνες αυτών που τον τοποθέτησαν στη θέση του;» ανέφερε. Μάλιστα, πρόσθεσε πως «η ενέργεια του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού αναδεικνύει μια σοβούσα διάσταση μεταξύ, από τη μία, των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών των δικαστηρίων της ουσίας -των “κατώτερων” δικαστηρίων, όπως συχνά αλλά ανακριβώς αποκαλούνται- και, από την άλλη, της κυβερνητικά διορισμένης ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων. Αυτό θέτει επιτακτικά ένα ζήτημα που ελάχιστα φαίνεται πως απασχολεί -μολονότι θα έπρεπε- τον δημόσιο λόγο: την εσωτερική ανεξαρτησία των δικαστηρίων και των λειτουργών τους.
Στη γενικότερη κατάπτωση των δημοκρατικών και δικαιοκρατικών θεσμών που βιώνουμε, οφείλουμε να αγωνιστούμε και για κάτι πολύ σημαντικό: Να διασφαλίσουμε ότι οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί των δικαστηρίων της ουσίας θα αφεθούν απερίσπαστοι να κάνουν τη δουλειά τους, χωρίς να αποτρέπονται, δηλαδή κατ’ ουσίαν να εκφοβίζονται (chilling effect), από την ενίοτε καταθλιπτική επιρροή που μπορεί να ασκεί πάνω τους η ηγεσία του κλάδου».
«Το να μη κρίνεται καν αναγκαία η περαιτέρω ποινική διερεύνηση μιας τόσο σοβαρής υπόθεσης που αφορά όχι μόνο το απόρρητο των επικοινωνιών αλλά και την εθνική ασφάλεια της χώρας, μετά όσα μάλιστα αποκαλύφθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δείχνει ότι η δοκιμασία των θεσμών μας συνεχίζεται και δυστυχώς εντείνεται» τονίζει ο καθηγητής Νομικής του ΕΚΠΑ Αντώνης Καραμπατζός, προσθέτοντας ότι «η κρίση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου επιτείνει, δικαίως, τη δυσπιστία των πολιτών στη Δικαιοσύνη, ιδίως σε σχέση με υποθέσεις μείζονος σημασίας».

Διευκρινίζει, ωστόσο, με νόημα ότι «η σοβαρή αυτή υπόθεση για τη δημοκρατία και τους θεσμούς στη χώρα δύσκολα μπορεί να “ταφεί”, τόσο σε δικαστικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο».
Σαφείς αιχμές για τη θητεία του δικαστικού ως επικεφαλής εισαγγελέα στην ΕΥΠ
Στη θητεία του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ως επικεφαλής εισαγγελέα στην ΕΥΠ, την περίοδο που υπογράφτηκαν αποφάσεις για παρακολουθήσεις, εστιάζει ο Αντύπας Καρίπογλου. «Επομένως ο άνθρωπος γνωρίζει καλύτερα από μας, γι’ αυτό δεν βρήκε κανένα νέο στοιχείο. Θα μπορούσε να γράψει ως αιτιολογία στην απόφασή του “περσινά ξινά σταφύλια, εσείς τώρα τα μάθατε και θέλετε ανάσυρση;”» είναι το αιχμηρό σχόλιό του.

Ο Θανάσης Καμπαγιάννης επισημαίνει ότι η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα περί μη ανάσυρσης της δικογραφίας των υποκλοπών, παρά τα καταλυτικά νέα στοιχεία που προέκυψαν, δυνάμει της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αποτελεί τον ορισμό της θεσμικής εκτροπής. «Νομίζω ότι είναι από τα στοιχειώδη του ποινικού δικαίου και πράξης, ότι ο διενεργών έρευνα πρώτα αναζητεί στοιχεία και μετά εξάγει συμπεράσματα. Δεν εξάγει συμπεράσματα εκ της παραλείψεως αναζήτησης στοιχείων» ανέφερε, μεταξύ άλλων, ο νομικός και συνήγορος του Νίκου Ανδρουλάκη Μανώλης Βελεγράκης.