Πώς επιχειρεί τη συσκότιση του πραξικοπήματος των υποκλοπών και τη… νομιμοποίηση της δολοφονίας χαρακτήρα των Παπανδρέου – Κοβέσι για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ
Μετά την πρωτοφανή απόφαση του Αρείου Πάγου να μην ανασύρει την υπόθεση των υποκλοπών για το σκέλος της κατασκοπίας από το αρχείο, η κυβέρνηση επιχειρεί την δική της αντεπίθεση. Ο εθνικός ψεύτης Παύλος Μαρινάκης έκανε την αρχή υποστηρίζοντας πως δεν σχολιάζει δικαστικές αποφάσεις και οι «γαλάζιοι» υπουργοί και βουλευτές έδωσαν τη συνέχεια κατηγορώντας την αντιπολίτευση πως «έχει α λα καρτ σεβασμό στη Δικαιοσύνη».
Ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης δήλωσε χαρακτηριστικά πως «η Δικαιοσύνη δεν είναι όπως μας συμφέρει, είναι μία και ενιαία», ενώ ο Κωστής Χατζηδάκης τόνισε πως «πρέπει να σεβόμαστε τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης». «Εκείνο που αντιλαμβάνομαι είναι ότι στην Ελλάδα τοποθετούμαστε απέναντι στις όποιες αποφάσεις της Δικαιοσύνης ανάλογα με το εάν μας αρέσουν ή δεν μας αρέσουν. Πρέπει μετά από 52 χρόνια από την αποκατάσταση της δημοκρατίας στον τόπο να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό δεν ενισχύει ούτε τη δημοκρατία ούτε τη Δικαιοσύνη» είπε χαρακτηριστικά.
Η Ενωση Εισαγγελέων
Στην πολιτική διαμάχη παίρνει μέρος και η Ενωση Εισαγγελέων Ελλάδας, που επιτίθεται κατά του Ανδρουλάκη, με το σκεπτικό ότι «η διατύπωση ακραίων χαρακτηρισμών, η υιοθέτηση ατεκμηρίωτων αιτιάσεων περί δήθεν “θεσμικής εκτροπής”, “ενταφιασμού δικογραφιών”, “δικαστικού πραξικοπήματος”, “ώρας μηδέν για την ελληνική Δικαιοσύνη” ή άλλων παρόμοιων εκφράσεων, καθώς και η απόδοση σκοπιμοτήτων σε εισαγγελικούς λειτουργούς δεν συμβάλλουν στον δημόσιο διάλογο ούτε στην ουσιαστική θεσμική λογοδοσία».
Η Ενωση Εισαγγελέων σε ανακοίνωσή της, για να μετριάσει τις εντυπώσεις, αναφέρει ότι η κριτική στις δικαστικές αποφάσεις και ενέργειες είναι θεμιτή αλλά «πρέπει να έχει μέτρο και επιχειρήματα και οφείλει να ασκείται με νηφαλιότητα, θεσμική υπευθυνότητα και σεβασμό προς τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης». Η κυβερνητική γραμμή έχει έναν διττό στόχο. Ο πρώτος είναι η συσκότιση του πραξικοπήματος των υποκλοπών που οργάνωσε το Μαξίμου και εκτέλεσε ο Αρειος Πάγος και, δεύτερον, η… νομιμοποίηση της δολοφονίας χαρακτήρα της Πόπης Παπανδρέου και της Λάουρα Κοβέσι για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Με έναν σμπάρο λοιπόν θέλουν να χτυπήσουν δυο τρυγόνια, καλύπτοντας ένα διπλό σκάνδαλο το οποίο φέρει ατόφια την υπογραφή της κυβέρνησης.
Αυτό ωστόσο που έχει ιδιαίτερη σημασία δεν είναι αυτό που λένε αλλά αυτό που αποκρύπτουν τα κυβερνητικά στελέχη. Στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ η κυβέρνηση «στοχοποιεί» την Ευρωπαία εισαγγελέα επειδή έριξε φως σε ένα υπαρκτό σκάνδαλο και, όταν προσέκρουσε σε πολιτικά πρόσωπα, έστειλε τη δικογραφία στη Βουλή. Στην περίπτωση των υποκλοπών, αντίθετα, ο Αρειος Πάγος κατηγορείται όχι επειδή ελέγχει ένα σκάνδαλο, αλλά επειδή αρνείται να το ελέγξει επιλέγοντας τον δρόμο της αρχειοθέτησης. Πέραν όμως της προφανούς διαφοράς μεταξύ του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ και του σκανδάλου των υποκλοπών, υπάρχει και μια σειρά άλλων παραγόντων που συσκοτίζονται σκόπιμα από την κυβέρνηση.
Στην περίπτωση των υποκλοπών συσκοτίζουν πως:
Ο κ. Τζαβέλλας, παραβιάζοντας κάθε έννοια νομικής βάσης, αποφάσισε να ακυρώσει τη δικαστική απόφαση του Πλημμελειοδικείου και να κρατήσει τον φάκελο των υποκλοπών στο αρχείο.
Ο κ. Τζαβέλλας αποφάσισε να κρατήσει τον φάκελο ο ίδιος, παρά να αναθέσει την έρευνα σε έναν αντιεισαγγελέα, όπως είθισται.
Ο κ. Τζαβέλλας είχε εμφανές κώλυμα να ερευνήσει την απόφαση από τη στιγμή που ο ίδιος ήταν αυτός που έβαλε την υπογραφή του στις παρακολουθήσεις της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και συγκεκριμένα του Θανάση Κουκάκη.
Ο κ. Τζαβέλλας αρνήθηκε να διεξαγάγει έρευνα. Εκλεισε πεισματικά τα αυτιά του στις δημόσιες παρεμβάσεις του Ταλ Ντίλιαν, δεν κάλεσε τον Μr. Intellexa να καταθέσει στον Αρειο Πάγο και φυσικά δεν κάλεσε ούτε ένα εκ των θυμάτων των υποκλοπών να καταθέσει για το τι περιείχε το κινητό του την εποχή που έπεσε θύμα παρακολούθησης.
Κοινώς, ο κ. Τζαβέλλας δεν μοιάζει σε τίποτα ούτε με την Πόπη Παπανδρέου ούτε με τη Λάουρα Κοβέσι. Αντίθετα με τους Ευρωπαίους εισαγγελείς που ελέγχουν την κυβέρνηση, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μετατράπηκε σε «βαστάζος» της κυβέρνησης. Σε έναν ανώτατο δικαστικό που λίγο καιρό πριν από τη συνταξιοδότηση αποφάσισε να αμαυρώσει πλήρως το όνομά του, βάζοντας την υπογραφή του στο κυβερνητικό πραξικόπημα εις βάρος της αλήθειας και του ελληνικού λαού.
Eλεγκτής
Δεν θα μπορούσε βέβαια να κάνει και κάτι διαφορετικό, αφού ο Κυριάκος Μητσοτάκης φρόντισε να τον διορίσει ως εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αφού ο ίδιος πρώτα είχε εμπλακεί στις παράνομες παρακολουθήσεις της ΕΥΠ. Κοινώς, αυτός που κανονικά θα έπρεπε να είναι ελεγχόμενος για το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων μετατράπηκε με κυβερνητική εντολή σε ελεγκτή.
Αν το πραξικόπημα κυβέρνησης και Αρείου Πάγου προκαλεί οργή και αγανάκτηση, η εικόνα των κυβερνητικών στελεχών που πανηγυρίζουν για το γεγονός πως οι… παρακολουθητές τους μπήκαν στο αρχείο προκαλεί θλίψη. Πρώτος και καλύτερος ο Κωστής Χατζηδάκης. Ο «Στόχος 5046c» που αρνήθηκε να καταθέσει μήνυση για την παρακολούθησή του αποφάσισε ακόμα μια φορά τον δρόμο του αυτοεξευτελισμού, καθώς κάλεσε τους πάντες να σεβαστούν την αρχειοθέτηση της υπόθεσης.
Απαντώντας μάλιστα στο απολύτως φυσιολογικό ερώτημα αν μάθει ποιος έδωσε την εντολή να παρακολουθηθεί ο ίδιος, ο κ. Χατζηδάκης έκανε το… μαύρο άσπρο: «Προφανώς. Και γι’ αυτόν τον λόγο έγινε και η δίκη, βασιζόμενη όλη η διαδικασία σε πρωτοβουλία του Αρείου Πάγου». Στην ίδια λογική και ο Θάνος Πλεύρης. Ο υπουργός που έλεγε με απόλυτη φυσικότητα πως δεν κατάφερε να βρει τον κουμπάρο του Λαβράνο για να τον ρωτήσει γιατί τον παρακολουθούσε.
Ο άνθρωπος που δεν έκανε καμία νομική κίνηση για να μάθει ποιοι έδωσαν τις εντολές χθες ωρυόταν για το γεγονός πως ακόμα έξι φυσικά πρόσωπα θέλουν να καταθέσουν μηνύσεις για το αδίκημα της κατασκοπίας. Στην ίδια γραμμή και η Αλεξάνδρα Σδούκου, η οποία, όταν της τέθηκε πως, ενώ έπεσε θύμα του Predator, δεν έκανε ούτε μήνυση για να μάθει ποιος την παρακολουθούσε… πέταξε την μπάλα στην εξέδρα.