Χρειάστηκε να περάσουν μήνες καταγγελιών, εκκλήσεων, δημόσιων αντιδράσεων και συνεχιζόμενου διασυρμού, ώστε το υπουργείο Δικαιοσύνης και οι αρμόδιοι φορείς να προχωρήσουν τελικά σε νέο «λίφτινγκ» της αίθουσας όπου διεξάγεται η πολύκροτη δίκη για την τραγωδία των Τεμπών.
- Από την Ιωάννα Τσέφλιου
Οι παρεμβάσεις στο Συνεδριακό Κέντρο «Γαιόπολις» του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας ολοκληρώθηκαν κυριολεκτικά στο παρά πέντε, λίγα μόλις 24ωρα πριν από τη συνέχιση της διαδικασίας, με τη διοίκηση να επιχειρεί τώρα να παρουσιάσει ως…. μεγάλη επιτυχία την αύξηση της χωρητικότητας και την αναδιαμόρφωση των χώρων, λες και δεν είχε προηγηθεί ένα πολύμηνο φιάσκο που εξέθεσε ανεπανόρθωτα τους υπεύθυνους.
Η διευθύνουσα του Εφετείου Λάρισας Μαρία Λιάνου εξέδωσε συμπληρωματική πράξη και νέα κάτοψη, γνωστοποιώντας ότι η κύρια αίθουσα ανέρχεται πλέον σε 452,01 τετραγωνικά μέτρα. Σύμφωνα με την επίσημη αιτιολόγηση, οι αλλαγές έγιναν ώστε να εξυπηρετηθούν καλύτερα δικηγόροι, συγγενείς θυμάτων, κατηγορούμενοι, δημοσιογράφοι και κοινό. Το ερώτημα, όμως, που πλανάται πλέον αμείλικτο πάνω από τη διαδικασία είναι ένα και δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από πανηγυρικές ανακοινώσεις: γιατί όλα αυτά δεν έγιναν εξαρχής, πριν ξεκινήσει η δίκη του αιώνα;
Η εικόνα που επιχειρείται τώρα να παρουσιαστεί ως «λύση» και «αναβάθμιση» συγκρούεται ευθέως με όσα είχαν ήδη αποκαλυφθεί από τα τέλη Μαρτίου. Τότε, η «δημοκρατία» είχε φέρει στο φως πρωτοσέλιδο με την έκθεση-καταπέλτη που χαρακτήριζε τον χώρο επικίνδυνο, ανεπαρκή και προβληματικό, εκθέτοντας βαρύτατα το υπουργείο Δικαιοσύνης και όσους έδωσαν αβίαστα το «πράσινο φως» για τη λειτουργία του, παρά τις εμφανείς ελλείψεις και τα σοβαρά ζητήματα ασφαλείας.
Στην έκθεση καταγράφονταν σοβαρές ελλείψεις στην πυρασφάλεια, ανεπαρκείς έξοδοι διαφυγής, προβλήματα πρόσβασης και συνολικές αδυναμίες διαχείρισης μιας τόσο μεγάλης και απαιτητικής δικαστικής διαδικασίας. Παράλληλα, διατυπώνονταν σοβαρότατες καταγγελίες για την καταλληλότητα του χώρου, την ώρα που είχαν ήδη διατεθεί σημαντικά κονδύλια για τη διαμόρφωση και την προετοιμασία της αίθουσας, χωρίς όμως το αποτέλεσμα να ανταποκρίνεται ούτε στα στοιχειώδη.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό για το μέγεθος της προχειρότητας είναι το γεγονός ότι πρόκειται ήδη για τη δεύτερη παρέμβαση στην αίθουσα από την έναρξη της δίκης στις 23 Μαρτίου. Με άλλα λόγια, οι αρμόδιοι όχι μόνο απέτυχαν να προετοιμάσουν στοιχειωδώς έναν χώρο αντάξιο της μεγαλύτερης σιδηροδρομικής τραγωδίας που γνώρισε η χώρα, αλλά συνεχίζουν εκ των υστέρων να «μπαλώνουν» λάθη, παραλείψεις και αστοχίες που όφειλαν να είχαν αντιμετωπιστεί πριν ανοίξουν καν οι πόρτες της διαδικασίας.
Συγγενείς θυμάτων, δικηγόροι και δημοσιογράφοι είχαν επανειλημμένα περιγράψει εικόνες ντροπής και ασφυξίας, με ανθρώπους να στοιβάζονται, να αδυνατούν να παρακολουθήσουν τη δίκη και να διαμαρτύρονται για την έλλειψη ακόμη και βασικών προδιαγραφών ασφάλειας και λειτουργικότητας. Παρ’ όλα αυτά, οι διορθωτικές κινήσεις ήρθαν μόνο όταν οι αποκαλύψεις πολλαπλασιάστηκαν, η δημόσια πίεση έγινε αφόρητη και το θέμα έλαβε τεράστιες διαστάσεις.
Και ενώ τώρα οι αρμόδιοι επιχειρούν να παρουσιάσουν ως «επιτυχία» τις καθυστερημένες επεκτάσεις και τα έργα της τελευταίας στιγμής, παραμένει βαριά εκτεθειμένο το ίδιο το κράτος, που χρειάστηκε μήνες καταγγελιών, πρωτοσέλιδα, αντιδράσεις και δημόσιο εξευτελισμό για να κάνει τα αυτονόητα και να εξασφαλίσει ανθρώπινες και ασφαλείς συνθήκες σε μία δίκη που αφορά σε 57 νεκρούς και μια ανοιχτή πληγή για ολόκληρη την κοινωνία.
Συνέντευξη Τύπου από το Σύλλογο συγγενών θυμάτων
Την ίδια στιγμή, οι συγγενείς των θυμάτων κάνουν λόγο για μία υπόθεση που έχει «σπάσει» σε κομμάτια, ενώ αφήνουν αιχμές για τις ενέργειες που έγιναν τον τελευταίο ένα μήνα στην αίθουσα που φιλοξενεί τη «δίκη του αιώνα».
Η συνέντευξη Τύπου, με θέμα «Οι εξελίξεις στα δικαστικά μέτωπα των Τεμπών, η επανέναρξη της κύριας δίκης και οι θέσεις του Συλλόγου», πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, με τις οικογένειες των ανθρώπων που χάθηκαν στην τραγωδία να εκφράζουν την δυσαρέσκειά τους σχετικά με την ισχυρή αστυνομική παρουσία μέσα στην αίθουσα όπου διεξάγεται η δίκη.
Ο πρόεδρος του συλλόγου των θυμάτων των Τεμπών, Παύλος Ασλανίδης ανακοίνωσε ότι θα προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δικαιωμάτων του ανθρώπου, καθώς «για 27 παιδιά απανθρακωμένα πρέπει επιτέλους να μαθευτεί από τι καήκαν».
Αλλά και η γραμματέας του συλλόγου Ελένη Βασάρα υποστήριξε πως «δεν είναι δυνατόν να βλέπουμε τη δίκη από μία οθόνη έξω από την αίθουσα».
Σε ό,τι αφορά στην ουσία της υπόθεσης, οι συγγενείς των θυμάτων επεσήμαναν ότι «η υπόθεση έχει ”σπάσει” σε πολλά κομμάτια, ενώ η ανάκριση έχει αφήσει επτά ”γιατί” σχετικά με το κατηγορητήριο και τις ποινικές ευθύνες άλλων προσώπων που δεν παραπέμπονται».

