Ἡ πρόσφατος διαμάχη πού ξέσπασε γύρω ἀπό τόν Χριστιανοδημοκράτη Γερμανό πολιτικό Γένς Σπάν, κοινοβουλευτικό ἐκπρόσωπο μέχρι προσφάτως τῆς CDU στό Ὁμοσπονδιακό Κοινοβούλιο τῆς Γερμανίας καί φερόμενο ὡς μελλοντικό Καγκελλάριο τῆς Γερμανίας, ὑπῆρξε ἄκρως ἀποκαλυπτική.
Ὁ Σπάν παρητήθη ὅταν ἀπεκαλύφθη ὅτι ὁ ἴδιος καί ὁ σύντροφός του εἶχαν προσλάβει, γιά νά ἀποκτήσουν παιδί, μιάν Ἀμερικανίδα παρένθετη μητέρα, παρ’ ὅτι ὁ ἴδιος ἀνήκει σέ ἕνα κόμμα πού ἐδῶ καί καιρό ἀντιτίθεται στήν διείσδυση τῆς ἀγορᾶς καί τοῦ χρήματος σέ μιά ἀπό τίς σημαντικώτερες ἀνθρώπινες σχέσεις, τήν σχέση μεταξύ μητέρας καί ἀγέννητου παιδιοῦ.
- Tοῦ ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΘΩΜΑ
Οἱ περισσότεροι δημοσιογράφοι καί σχολιαστές ἀντιμετώπισαν τήν ὑπόθεση ὡς χαρακτηριστικό φαινόμενο πολιτικῆς ὑποκρισίας, ἐνῷ ἄλλοι πολιτικοί παῖκτες, περισσότερο τυχοδιῶκτες, ἐκμεταλλεύτηκαν τήν πολιτική καί ἐπικοινωνιακή εὐκαιρία γιά νά ζητήσουν τήν περαιτέρω φιλελευθεροποίηση τῆς γερμανικῆς νομοθεσίας πού καλύπτει τήν ἀποκαλουμένη ὑποβοηθουμένη ἀναπαραγωγή στόν ἄνθρωπο. Ὑπάρχουν ὅμως καί ἐκεῖνοι πού ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ μεγάλη σημασία τοῦ πολιτικοῦ αὐτοῦ ἐπεισοδίου ἔγκειται ἀλλοῦ.
Ἡ ὑπόθεσις Σπάν εἶναι τυπική μιᾶς γερμανικῆς χριστιανοδημοκρατικῆς παραδόσεως ἡ ὁποία μᾶλλον εἶναι πλέον χριστιανική μόνον κατ’ ὄνομα, γράφει σέ ἀνάλυσή του στήν πολιτική ἐπιθεώρηση «The European Conservative» o Ἀμερικανός συγγραφεύς Τζόου Βόζνιακ.
Τό κόμμα ἱδρύθη ἀπό τόν Κόνραντ Ἀντενάουερ μέ σκοπό τήν ἀνοικοδόμηση τῆς Γερμανίας μετά τόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μέ θεμέλιο τόν χριστιανικό πολιτισμό καί τήν ἐπούλωση τῶν πληγῶν καί τοῦ σχίσματος στόν εὐρωπαϊκό πολιτισμό πού προεκλήθη ἀπό τήν λαίλαπα τοῦ ἐθνικοσοσιαλισμοῦ. Μέ τό πέρασμα ὅμως τοῦ χρόνου, ἐπισημαίνει στήν ἀνάλυσή του ὁ Βόζνιακ, ἡ CDU σταδιακῶς φαίνεται ὅτι παρεδόθη καί ἀπεμπόλησε τήν κληρονομία της, ἀντήλλαξε ἕνα ὅραμα μετανοίας, αὐτοπεποιθήσεως, πολιτικῆς καί ἐθνικῆς ἀνανεώσεως μέ τήν ἐπιφυλακτική ἰδεολογική στάση ἑνός ἀστικοῦ κόμματος πού κάνει τά πάντα γιά νά κερδίσει καί νά διατηρήσει τήν ἐξουσία.
Μιά ἀκόμη χειρότερη ἑρμηνεία τῶν ἱστορικῶν ἐξελίξεων ἀποδίδει στήν γερμανική Χριστιανοδημοκρατία τήν κατηγορία ὅτι ἐγκατέλειψε τό ἀγωνιστικό καί ἀντιστασιακό πνεῦμα καί παρεδόθη ὅπως ἡ Γαλλία τοῦ Βισύ. Πολιτικοί ἀναλυτές, ἀλλά καί Εὐρωπαῖοι πολιτικοί, ὑπενθυμίζουν τήν προειδοποίηση τοῦ Πάπα Βενεδίκτου, ὑπερηφάνου υἱοῦ τῆς Βαυαρίας, πού ἔκανε λόγο γιά τεραστίους κινδύνους οἱ ὁποῖοι ἐκπορεύονται ἀπό τήν ἀποκαλουμένη δικτατορία τοῦ σχετικισμοῦ.
Ἡ περίπτωσις Ἀντενάουερ
Ἡ μεταπολεμική γερμανική Χριστιανοδημοκρατία ἦταν ἕνα εὐφυές τευτονικό σχέδιο, ἀρχιτέκτων τοῦ ὁποίου ἦταν ὁ Κόνραντ Ἀντενάουερ, τόν ὁποῖο ἀντιμετώπιζε μέ τεράστια καχυποψία ἡ βρεταννική στρατιωτική κυβέρνησις τῆς δυτικῆς Γερμανίας, πού τόν θεωροῦσε ἀσήμαντο Καθολικό πολιτικό τῆς Ρηνανίας ὁ ὁποῖος ἀντιπροσώπευε τήν ξεπερασμένη πολιτική ἀρχιτεκτονική τῆς Δημοκρατίας τῆς Βαϊμάρης καί τόν πολιτικό κατακερματισμό ἐκείνης τῆς ἐποχῆς.
Ὁ Ἀντενάουερ ὅμως ἔδειξε τεράστια εὐελιξία καί προσαρμοστικότητα καί στά μάτια τῶν Συμμάχων ἀνεδείχθη σέ ἔμπειρο ἡγέτη πού ὑλοποίησε ἕνα πολύ δύσκολο σχέδιο γιά τήν ἐπάνοδο τῆς Γερμανίας στούς κόλπους τῶν πολιτισμένων ἐθνῶν, σχέδιο ἡ ἐφαρμογή τοῦ ὁποίου ξεκίνησε μέ τήν ἵδρυση τῆς CDU στήν βρεταννική ζώνη τῆς κατεχομένης Γερμανίας τό 1946.
Ὁ Ἀντενάουερ ἐπιζητοῦσε τήν σύνθεση ἡ ὁποία ἀργότερα ἀπετυπώθη στήν διατύπωση τῆς ἐγκυκλίου Centesimus Annus τοῦ Πάπα Ἰωάννη Παύλου τοῦ 1991, ἐγκυκλίου πού ὑπερασπίζετο τήν ἰδιωτική περιουσία καί τήν ἀτομική πρωτοβουλία, παραλλήλως πρός τήν κοινωνική δικαιοσύνη. Ὁ Ἀντενάουερ ἐπεδίωξε νά ἀνοικοδομήσει τήν Γερμανία βασιζόμενος στίς ἀρχές τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀπορρίπτοντας τόσο τόν σοσιαλιστικό κολλεκτιβισμό ὅσο καί τόν ὑλιστικό καπιταλισμό, ἀναγνωρίζοντας ὅτι καί οἱ δύο κινοῦνται πολύ μακριά ἀπό τόν πραγματικό καί ἠθικό σκοπό τοῦ ἀτόμου καί τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητος.
Ἀνεγνώριζε δηλαδή τήν καθημερινή ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου γιά τροφή, χωρίς ὅμως νά παραγνωρίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει καί πνευματικό σκοπό καί ἀνάγκες. Ἡ δημοφιλία τῆς CDU ἐστηρίχθη στό ἀνθρωπολογικό αἴτημα καί τήν πεποίθηση ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια στηρίζεται στήν κατ’ εἰκόναν Θεοῦ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί στήν φιλοσοφική ἀποδοχή ὅτι ἡ ἠθική τάξις προηγεῖται τῆς πολιτικῆς.
Ὅπως ἔγραφε στά ἀπομνημονεύματά του, «στήν ἐποχή μας ἡ μεγάλη ἀντιπαράθεσις καί σύγκρουσις λαμβάνει χώρα μεταξύ τοῦ χριστιανισμοῦ καί τοῦ ὑλισμοῦ, ἡ ἀντιπαράθεσις αὐτή σιγοκαίει μέσα σέ ὅλες τίς Δημοκρατίες, ὁ σύγχρονος τεχνικός κόσμος, ἡ τηλεόρασις, τό ραδιόφωνο, τό σινεμά, δημιουργοῦν τήν μαζικοποιημένη κοινωνία καί τόν ἄνθρωπο τῶν μαζῶν, ὁ κόσμος αὐτός θά ρέπει συνεχῶς πρός τόν ὑλισμό».
Καί ἐπεσήμαινε μέ ἔμφαση ὅτι «γιά νά ἐπέλθει λοιπόν ἡ ἰσορροπία χρειαζόμαστε σέ ὅλες τίς χῶρες χριστιανικά κόμματα πού θά ἐμποτίζουν τήν οἰκονομία, τήν πολιτική ζωή καί τήν κοινωνία μέ τίς χριστιανικές ἀξίες, τό χριστιανικό πνεῦμα, ὥστε νά δημιουργοῦνται συνθῆκες γιά τήν ὁμαλή χριστιανική ὕπαρξη τοῦ ἀτόμου».
Οἱ τρέχουσες ἐξελίξεις ὅμως μᾶλλον δικαιώνουν κάθε δύσπιστο πού ἀμφισβητεῖ ἤ θά ἀμφισβητήσει τό πόσο εἶναι πιστή στό χριστιανικό πνεῦμα ἡ σημερινή γερμανική Χριστιανοδημοκρατία, ἰδίως ἀπό τήν περίοδο τῆς Μέρκελ ὡς Καγκελλαρίου καί μετά. Περίοδο κατά τήν ὁποία εἰδικοί ἐπιστήμονες, διανοούμενοι ἀλλά καί ἁπλοί πολῖτες διαπιστώνουν ὅτι ἡ CDU βυθίζεται σέ ἕνα εἶδος μεταμοντέρνου ἰδεολογικοῦ ἀνδρο-γυνισμοῦ, κάτι πού δημιουργεῖ τεράστια ἰδεολογική καί πολιτική ἀντίθεση μέ τίς ρίζες τοῦ κόμματος.
Κάποτε ἡ CDU ὑπεστήριζε τήν δημιουργία μιᾶς νέας συνταγματικῆς τάξεως πού θά ἀναγνωρίζει τίς ὑποχρεώσεις ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῷ τό θεσμικό καί κομματικό σύστημα διακατείχετο ἀπό ἀξιακή αὐτοπεποίθηση, ἡ ὁποία χαρακτήριζε ἀσύμβατες μέ τίς θεμελιώδεις ἀρχές τοῦ βασικοῦ Δικαίου καί τήν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια de facto ἀποδοκιμασίες τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς, ὅπως ἡ νομιμοποίησις τῶν ἀμβλώσεων. Σήμερα ὅμως ἡ CDU φθίνει, πολιτικῶς, ἰδεολογικῶς καί ἀξιακῶς, μέ συζητήσεις μεταξύ τῶν στελεχῶν της γιά τό ἄν τό πρῶτο C καί ὁ ὅρος Χριστιανική (Δημοκρατία) ἀποτελοῦν ἐμπόδιο γιά τήν μελλοντική ἐξέλιξη τοῦ κόμματος καί ἄν πρέπει νά καταργηθοῦν. Ὑπό αὐτό τό κριτικό πρῖσμα, ἡ γερμανική Χριστιανοδημοκρατία δέν εἶναι μέν ἡ μοναδική πολιτική παράταξις πού ὑποκύπτει σέ ἰδεολογικές ἐκπτώσεις, μπορεῖ ὅμως δικαίως νά κατηγορηθεῖ γιά διαχειριστική ἰδεολογική προσέγγιση μέ σκοπό τό κέρδος προσωρινῆς δημοφιλίας καί φιλο-μοντερνιστικοῦ προφίλ.
Εἶναι βεβαίως δίκαιο νά ἐπισημάνει κάποιος ὅτι ὁ Χριστιανισμός στήν Γερμανία εὑρίσκεται σέ πορεία παρακμῆς μετά τήν ἐπανένωση τῆς Γερμανίας καί τήν ἀλλαγή τῶν ἰσορροπιῶν μεταξύ Καθολικοῦ καί Προτεσταντικοῦ χριστιανικοῦ στοιχείου. Ἡ ἀπορρόφησις τῆς πάλαι ποτέ Ἀνατολικῆς Γερμανίας ἐνέταξε στήν Γερμανική Ὁμοσπονδία ἑκατομμύρια νέους πολῖτες ἐθισμένους στόν ἀθεϊσμό ἐπί 100 ἔτη καί μέ πολύ χαμηλό ἠθικό γενικώτερα λόγῳ τῶν ἐξελίξεων. Ἡ ἀνάλυσις αὐτή τῶν ἐξελίξεων εἶναι ἀναγκαία γιά τό πῶς ἡ CDU πέρασε ἀπό τά χέρια τοῦ ἐπίσης Καθολικοῦ Καγκελλαρίου Χέλμουτ Κόλ στήν περίοδο τῆς στωικῆς Μέρκελ, ἡ ὁποία ὁδήγησε τήν Χριστιανοδημοκρατία πρός τίς δικές της ἰδεολογικές καί θρησκευτικές πεποιθήσεις, ὑπερβαίνοντας τό παραδοσιακό κατ’ εἰκόναν Θεοῦ.
Πολιτικοί, ἀλλά καί διεθνεῖς ἀναλυτές, ἐκτιμοῦν ὅτι ἡ γερμανική Χριστιανοδημοκρατία διέπραξε ἕνα ἱστορικό λάθος μέ τό νά ἀποξενωθεῖ ἀπό τίς πολιτικές, θρησκευτικές καί ἰδεολογικές της ρίζες καί τήν ἐκλογική της πελατεία στήν δυτική κυρίως Γερμανία, υἱοθετῶντας κοσμικές ἀξίες ὅπως ἡ συμπερίληψις καί ἡ κοινωνική ποικιλομορφία, κάτι πού ἀπετέλεσε σημεῖο καμπῆς καί παραβιάσεως τῶν Συνοδικῶν Κανόνων, ἀλλά καί τῶν θεμελιακῶν της ἀξιῶν.
Αὐτό λένε ὅτι ἀπετέλεσε δεῖγμα ὑποταγῆς λόγῳ τῆς ἀπεγνωσμένης προσπαθείας τῶν ὑπευθύνων τῆς CDU νά κερδίσουν ψήφους μέ κάθε τρόπο, ἀκόμη καί ἀπεμπολῶντας τίς ἀξίες τοῦ κόμματος, καταπιέζοντας τούς χριστιανούς πού πιστεύουν στήν Βίβλο νά ζήσουν ὑπό τό κράτος τοῦ ἐκκοσμικευμένου κράτους τοῦ Χάμπερμας.
Ὁ ἐπίλογος αὐτῆς τῆς πορείας δέν ἦρθε μέ τό πολιτικό ἐπεισόδιο τοῦ Γένς Σπάν, ἀλλά μέ τήν ἀπόφαση τοῦ Προέδρου τῆς Βαυαρίας Μάρκους Σέντερ νά ἐπαναφέρει τόν σταυρό σέ ὅλα τά δημόσια κτήρια, ὄχι ὡς θρησκευτικό χαρακτηριστικό, ἀλλά ὡς ἀντικείμενο πολιτιστικῆς ταυτότητος καί ἱστορικῆς κληρονομίας. Χωρίς ἄλλο, ὁ σταυρός μετατρέπεται σέ στοιχεῖο φολκλόρ, ἀντί γιά σύμβολο ζωντανῆς πίστεως. Τά ἐπεισόδια μέ τόν Γένς Σπάν καί τόν Μάρκους Σέντερ ἀναδεικνύουν τήν ἰδεολογική πατροκτονία στήν ὁποία ἐμπλέκονται οἱ δύο πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι υἱοθετοῦν τήν ἀσαφῆ ἰδέα τῆς πολιτισμικῆς χριστιανικότητος, ἀλλά καί τήν ἐργαλειοποίηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως, πού ἀπομακρύνουν τήν CDU ἀπό τίς ρίζες της καί θά ἔκαναν τά κόκκαλα τοῦ Κόνραντ Ἀντενάουερ νά τρίζουν, ὅπου καί ἄν εὑρίσκεται.
ΠΗΓΗ: estianews.gr

