Η ΑΑΔΕ δεν μπορεί να φορολογήσει χρήματα πέραν της πενταετίας, με το σκεπτικό ότι η μεταφορά χρημάτων από έναν λογαριασμό σε άλλον ή η αποστολή εμβάσματος δεν δημιουργεί νέο εισόδημα
Μια σημαντική απόφαση για χιλιάδες φορολογουμένους εξέδωσε το Συμβούλιο της Επικρατείας, ξεκαθαρίζοντας ότι η Εφορία δεν μπορεί να φορολογήσει χρήματα που είχαν κατατεθεί σε τραπεζικό λογαριασμό πριν από την παραγραφή τους (δηλαδή την πενταετία), μόνο και μόνο επειδή χρησιμοποιήθηκαν ή μεταφέρθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο.
Συγκεκριμένα, με την απόφαση 157/2026 το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι, για να διαπιστωθεί αν υπάρχει αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας, σημασία έχει πότε τα χρήματα περιήλθαν πρώτη φορά στην περιουσία του φορολογουμένου και όχι πότε μεταφέρθηκαν σε άλλον λογαριασμό ή στάλθηκαν στο εξωτερικό.
Η υπόθεση αφορούσε φορολογουμένη η οποία αμφισβήτησε τον καταλογισμό περίπου 378.000 ευρώ ως αδήλωτη προσαύξηση περιουσίας (εμβάσματα εξωτερικού) στη χρήση 2010. Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών απέρριψε την προσφυγή, δεχόμενο ότι η φορολόγηση στη χρήση αποστολής του εμβάσματος ήταν νόμιμη, παρότι είχε δεχθεί ότι στον λογαριασμοί κατατέθηκε το ποσό των 359.975 δολαρίων τον Δεκέμβριο του 2009.
Ωστόσο, το ΣτΕ αναίρεσε αυτή την απόφαση, κρίνοντας ότι κρίσιμος δεν είναι ο χρόνος εμβάσματος, αλλά ο χρόνος εισαγωγής του ποσού στην περιουσία του δικαιούχου, δηλαδή η αρχική κατάθεση και η μεταφορά μεταξύ λογαριασμών του ίδιου προσώπου.
Με απλά λόγια, η μεταφορά χρημάτων από έναν λογαριασμό σε άλλον ή η αποστολή εμβάσματος δεν δημιουργεί νέο εισόδημα. Αν τα χρήματα είχαν αποκτηθεί σε παλαιότερο έτος και το δικαίωμα ελέγχου έχει παραγραφεί, η ΑΑΔΕ δεν μπορεί να θεωρήσει νέο φορολογικό γεγονός τη μεταγενέστερη χρήση τους. Η απόφαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της πενταετούς παραγραφής των φορολογικών υποθέσεων.
Για παράδειγμα, καταθέσεις ή εισοδήματα του 2019, τα οποία δηλώθηκαν το 2020, παραγράφηκαν στο τέλος του 2025. Αυτό σημαίνει ότι η Εφορία δεν μπορεί να «αναβιώσει» την υπόθεση επειδή τα ίδια χρήματα μετακινήθηκαν ή αξιοποιήθηκαν αργότερα.
Ωστόσο, η απόφαση του ΣτΕ δεν απαλλάσσει τους φορολογουμένους από την υποχρέωση να αποδεικνύουν την προέλευση των χρημάτων τους σε περίπτωση ελέγχου. Μάλιστα, όταν πρόκειται για μεγάλα ποσά, θα πρέπει να υπάρχουν τραπεζικά παραστατικά και άλλα στοιχεία που να αποδεικνύουν πότε αποκτήθηκαν αυτά τα εισοδήματα.
Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος δεν μπορεί να αποδείξει τη νόμιμη προέλευσή τους, τότε η Φορολογική Διοίκηση εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει σε έλεγχο και καταλογισμό φόρων, εφόσον η υπόθεση δεν έχει παραγραφεί.


