Η εικόνα του εσωτερικού τουρισμού καταγράφει σημαντική συρρίκνωση, με τους Έλληνες να αποτελούν πλέον μικρή μειοψηφία στα τουριστικά καταλύματα της επικράτειας. Η εποχή όπου η λέξη «τουρίστας» αφορούσε κυρίως τους ημεδαπούς ή συνοδευόταν από υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς για τους Βαλκάνιους γείτονες έχει παρέλθει, με τα επίσημα στοιχεία να αποτυπώνουν μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα.
Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Μάιο του 2026, οι ξένοι επισκέπτες κυριαρχούν. Ειδικότερα, οι αλλοδαποί τουρίστες αντιπροσωπεύουν το 82% των αφίξεων και το 89,8% των διανυκτερεύσεων σε ξενοδοχεία, κάμπινγκ και ενοικιαζόμενα δωμάτια. Στον αντίποδα, οι ημεδαποί αποτελούν μόλις το 18% της τουριστικής κίνησης και το 10,2% των συνολικών διανυκτερεύσεων.
Η έντονη αυτή δυσαναλογία διατηρείται σταθερά και τους μήνες αιχμής. Ενδεικτικά, στοιχεία από τον Αύγουστο του 2025 έδειξαν ότι, παρά την αύξηση των εγχώριων αφίξεων στο 23,5%, οι διανυκτερεύσεις παρέμειναν χαμηλά, μόλις στο 16%. Επιπλέον, οι Έλληνες διαμένουν κατά μέσο όρο 2,2 ημέρες, έναντι 4,3 ημερών που καταγράφονται για τους αλλοδαπούς. Η εικόνα αυτή συμπλέει με τα στοιχεία της Eurostat, τα οποία δείχνουν ότι το 46,6% των πολιτών στη χώρα αδυνατεί οικονομικά να καλύψει έστω και μία εβδομάδα διακοπών.
Ανεκμετάλλευτα voucher και εναλλακτικές επιλογές
Τα προγράμματα κοινωνικού τουρισμού, τα οποία παραδοσιακά ενίσχυαν τις μικρές και οικογενειακές επιχειρήσεις της περιφέρειας, δεν επαρκούν για να ανατρέψουν το κλίμα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της ΔΥΠΑ, περίπου μία στις τέσσερις επιταγές μένει αδιάθετη. Το αντίστοιχο ποσοστό για τους συνταξιούχους του ΕΦΚΑ άγγιξε πέρυσι το 42%. Η έλλειψη χρημάτων, ο περιορισμένος χρόνος και η αδυναμία εύρεσης διαθέσιμων καταλυμάτων αποτελούν τους κύριους λόγους που οι δικαιούχοι δεν εξαργυρώνουν τα voucher τους.
Αυτή η οικονομική πίεση επηρεάζει άμεσα και την επιλογή του τύπου καταλύματος. Ενώ στα ξενοδοχεία το 90% των διανυκτερεύσεων προέρχεται από επισκέπτες του εξωτερικού, στα κάμπινγκ η παρουσία των Ελλήνων είναι σαφώς ενισχυμένη, φτάνοντας το 23,3%. Αντίθετα, στα καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης καταγράφηκε οριακή μείωση των διανυκτερεύσεων από ημεδαπούς της τάξης του 0,6%.
