Οι πολιτικές και εσωτερικές κρίσεις στη FIFA θέτουν υπό αμφισβήτηση το μέλλον του κορυφαίου παγκόσμιου ποδοσφαιρικού ραντεβού στον πλανήτη
Για σχεδόν έναν αιώνα, το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου αποτελούσε μία από τις λίγες εκδηλώσεις, που μπορούσαν να ξεπερνούν σύνορα, ιδεολογίες και γεωπολιτικές εντάσεις.
Ωστόσο, σύμφωνα με το Economist, οι ρωγμές στο θεσμό της FIFA γίνονται πλέον εμφανείς. Θέτει μάλιστα το ερώτημα αν το Μουντιάλ ίσως οδηγείται προς μια φάση παρακμής, ένα σενάριο που ίσως δεν είναι τόσο υπερβολικό όσο φαίνεται.
Το Παγκόσμιο Κύπελλο, από την αρχή της ιστορίας του, λειτούργησε ως μέσο πολιτικής προώθησης για πολλές χώρες. Παραδείγματα όπως το Μουντιάλ του 1934 στην Ιταλία υπό τον Μουσολίνι και το του 1978 στην Αργεντινή υπό στρατιωτική χούντα, είναι χαρακτηριστικά.
Ακόμη και οι πιο θετικές διοργανώσεις, όπως το 1998 στη Γαλλία και το 2006 στη Γερμανία, αξιολογήθηκαν ως επιτυχίες όχι μόνο αθλητικά, αλλά και επειδή προωθούσαν εθνικές πολιτικές και πιο συγκεικριμένα την πολυπολιτισμικότητα στη Γαλλία και την εθνική ενότητα στη Γερμανία.
Η FIFA, από την πλευρά της, εδώ και δεκαετίες προωθεί τη δική της πολιτική ατζέντα, όπως φάνηκε με την κοινή διοργάνωση Ιαπωνίας και Νότιας Κορέας το 2002 και το ιστορικό πρώτο Μουντιάλ στην Αφρική το 2010.
Η διοργάνωση του 2026 στις ΗΠΑ, στον Καναδά και το Μεξικό θεωρείται από πολλούς ως η πλέον πολιτικά φορτισμένη των τελευταίων δεκαετιών. Το περιοδικό επισημαίνει ότι είναι η πρώτη φορά που η χώρα-διοργανώτρια (ΗΠΑ) βρίσκεται σε κατάσταση σύγκρουσης με συμμετέχουσα χώρα (Ιράν).
Επιπλέον, η επιβολή ταξιδιωτικών περιορισμών σε ορισμένους πολίτες χωρών που συμμετέχουν, όπως η απαγόρευση εισόδου σε Σομαλό διαιτητή, προσθέτει ακόμα μεγαλύτερη ένταση. Οι διαφορές μεταξύ των διοργανωτών ΗΠΑ, Καναδά και Μεξικού προσθέτουν ένα επιπλέον επίπεδο πολιτικής αβεβαιότητας, αυξάνοντας τον κίνδυνο το Μουντιάλ να μετατραπεί σε πεδίο γεωπολιτικών συγκρούσεων και όχι απλά σε ποδοσφαιρική γιορτή.
Εσωτερικά, η FIFA αντιμετωπίζει αυξανόμενες διενέξεις, κυρίως με την UEFA, καθώς ανταγωνίζονται σε έσοδα και επιρροή. Η δημιουργία νέων διοργανώσεων και η αύξηση των αγώνων έχει φέρει αντιδράσεις για την υπερφόρτωση των παικτών και την εμπορευματοποίηση του αθλήματος. Παράλληλα, η προσπάθεια της FIFA να μετατοπίσει το κέντρο βάρους εκτός Ευρώπης προκαλεί νέες συγκρούσεις με παραδοσιακές ποδοσφαιρικές δυνάμεις.
Η συνεχής ανάπτυξη του Μουντιάλ από το 1930 και μετά, με περισσότερες ομάδες, αγώνες και αγορές, δείχνει να φτάνει σε ένα κρίσιμο σημείο.
Όπως υπενθυμίζει ο Economist, ακόμη και οι Ολυμπιακοί Αγώνες πέρασαν κρίση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο λόγω μποϊκοτάζ, θέτοντας σε κίνδυνο τη βιωσιμότητά τους. Παρόμοια, το Παγκόσμιο Κύπελλο θα μπορούσε να αντιμετωπίσει κρίσεις που θα πλήξουν σταδιακά την αξιοπιστία του.
Το περιοδικό περιγράφει και ένα ακραίο, αλλά όχι απίθανο σενάριο. Ένα επεισόδιο με ξένο οπαδό στις ΗΠΑ να προκαλεί διπλωματικό επεισόδιο, η FIFA να μην παρεμβαίνει και οι ομοσπονδίες να αντιδρούν με κυρώσεις ή μποϊκοτάζ σε μελλοντικές διοργανώσεις. Αν και φαντάζει υπερβολικό, ο Economist τονίζει πως η πραγματικότητα συχνά ξεπερνά τη φαντασία.
Πλέον, δεν είναι δεδομένο αν το Μουντιάλ θα γίνει το 2030, πόσο μάλλον ποια μορφή θα έχει, πόσες χώρες θα συμμετέχουν και αν θα διατηρήσει το κύρος του παρελθόντος. Για πρώτη φορά μετά από σχεδόν έναν αιώνα, η ιδέα ενός «τελευταίου Μουντιάλ» δεν φαίνεται τόσο αδιανόητη.
