Ολο και πιο δυσβάσταχτη γίνεται η ζωή στην ελληνική πρωτεύουσα, όπου τα τελευταία χρόνια συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Η διαβίωση στην Αθήνα έχει γίνει πανάκριβη, χωρίς οι μισθοί να ακολουθούν την ίδια πορεία. Τα ενοίκια έχουν ξεφύγει, η αγορά κατοικίας απομακρύνεται από τα μεσαία εισοδήματα, η βενζίνη κοστίζει περισσότερο από τη Νέα Υόρκη και βασικά έξοδα της καθημερινότητας πιέζουν ένα εισόδημα που παραμένει χαμηλό σε σχέση με τις μεγάλες διεθνείς μητροπόλεις.
Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι οι Αθηναίοι αμείβονται χαμηλά. Είναι ότι καλούνται να ζήσουν σε μια πόλη όπου οι τιμές έχουν ξεφύγει πολύ περισσότερο από τους μισθούς. Σύμφωνα με την έκθεση «Mapping the World’s Prices 2026» της Deutsche Bank, οι καθαρές μηνιαίες απολαβές στην Αθήνα αντιστοιχούν μόλις στο 24% των αμερικανικών, όμως το κόστος ζωής έχει φτάσει στο 62,4% του επιπέδου των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η έκθεση καταγράφει την αντίφαση ότι η ελληνική πρωτεύουσα δεν πληρώνει τους εργαζομένους σαν διεθνής μητρόπολη, αλλά τους υποχρεώνει να ζουν με κόστος που πλησιάζει όλο και περισσότερο τις ακριβές οικονομίες. Καθόλου τυχαίο επομένως ότι η Αθήνα βρίσκεται στην τελευταία θέση της κατάταξης ποιότητας ζωής μεταξύ των 50 πόλεων που περιλαμβάνονται στον σχετικό πίνακα..
Η αύξηση των μισθών «φαγώθηκε» από τα ενοίκια
Ο μέσος καθαρός μηνιαίος μισθός στην Αθήνα διαμορφώνεται στα 1.321 δολάρια, δηλαδή περίπου 1.156 ευρώ, ποσό αυξημένο κατά 61,3% σε σχέση με το 2016. Ομως αυτή η άνοδος αποδεικνύεται ανεπαρκής μπροστά στην έκρηξη της στέγασης. Η μίσθωση ενός διαμερίσματος τριών υπνοδωματίων στο κέντρο της Αθήνας φτάνει πλέον τα 1.330 δολάρια, δηλαδή περίπου 1.163 ευρώ, έχοντας αυξηθεί κατά 144,2% μέσα σε δέκα χρόνια. Δηλαδή, το ενοίκιο ενός τέτοιου διαμερίσματος ξεπερνά σχεδόν μόνο του τον μέσο καθαρό μισθό ενός εργαζομένου. Η σύγκριση είναι αποκαλυπτική για το πώς η στεγαστική κρίση ακυρώνει στην πράξη κάθε βελτίωση στους μισθούς.
Για δύο εργαζομένους που νοικιάζουν ένα τέτοιο ακίνητο, το διαθέσιμο εισόδημα μετά την πληρωμή του ενοικίου διαμορφώνεται στα 1.312 δολάρια, δηλαδή περίπου 1.148 ευρώ. Η αύξηση στη δεκαετία είναι μόλις 20%, παρά την ονομαστική άνοδο των μισθών. Αυτό σημαίνει ότι μεγάλο μέρος της μισθολογικής βελτίωσης κατευθύνθηκε απευθείας στους ιδιοκτήτες ακινήτων και όχι στην πραγματική κατανάλωση ή αποταμίευση των νοικοκυριών. Ακόμα πιο έντονη είναι η πίεση στην αγορά κατοικίας. Το κόστος αγοράς ανά τετραγωνικό μέτρο στο κέντρο της Αθήνας αυξήθηκε κατά 150% μέσα σε δέκα χρόνια, φτάνοντας τα 4.016 δολάρια, δηλαδή περίπου 3.513 ευρώ/τ.μ., αυξημένο κατά περίπου 149% σε σχέση με το 2016.
Αυτό το χάσμα είναι η καρδιά της κρίσης της αγοραστικής δύναμης. Δεν αρκεί να αυξάνονται οι μισθοί στα χαρτιά, όταν τα ενοίκια, τα καύσιμα, τα τρόφιμα και οι υπηρεσίες αυξάνονται ταχύτερα. Η καθημερινότητα των πολιτών δεν κρίνεται από το ποσοστό αύξησης του μισθού, αλλά από το τι μένει στο πορτοφόλι στο τέλος του μήνα. Στον δείκτη αγοραστικής δύναμης, η Ελλάδα κατατάσσεται ως η 24η ακριβότερη χώρα παγκοσμίως σε σχέση με την αμερικανική αγορά. Η θέση αυτή είναι ιδιαίτερα προβληματική, καθώς δεν συνοδεύεται από αντίστοιχα υψηλές αποδοχές. Αντίθετα, επιβεβαιώνει ότι η χώρα έχει εγκλωβιστεί σε ένα μοντέλο όπου οι τιμές συγκλίνουν προς τις ακριβές οικονομίες, αλλά οι μισθοί παραμένουν πίσω.
Βενζίνη, ρούχα και καφές σε τιμές που πιέζουν τα νοικοκυριά
Η ακρίβεια φαίνεται καθαρά στα καθημερινά έξοδα των Ελλήνων πολιτών. Η βενζίνη στην Αθήνα είναι κατά 209% ακριβότερη σε σχέση με τη Νέα Υόρκη, κατατάσσοντας την ελληνική πρωτεύουσα στην ένατη ακριβότερη πόλη στον κόσμο για το συγκεκριμένο έξοδο. Φυσικά, σημειώνεται πως οι ΗΠΑ ως πετρελαιοπαραγωγός χώρα διαθέτει χαμηλές τιμές καυσίμων, παρά την εκρηκτική άνοδο που έχουν καταγράψει τους τελευταίους μήνες λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Δηλαδή, ακόμα και όταν η αμόλυβδη στις ΗΠΑ ξεπέρασε τα 4 δολάρια το γαλόνι, αυτό μεταφραζόταν σε περίπου 0,92 ευρώ το λίτρο.
Αντίστοιχη εικόνα εμφανίζεται και σε άλλα προϊόντα. Ενα τζιν Levi’s 501 αντιστοιχεί στην Ελλάδα στο 138% της αμερικανικής τιμής, ενώ στο γρήγορο φαγητό το κόστος φτάνει το 85%, στα αναψυκτικά το 76%, στον καπουτσίνο το 70% και στην εγχώρια μπίρα το 64% των τιμών της Νέας Υόρκης. Το σούπερ μάρκετ βρίσκεται στο 55% των τιμών της Νέας Υόρκης, όμως έχει αυξηθεί κατά 20,5% μέσα στη δεκαετία. Για τα ελληνικά εισοδήματα, ακόμη και αυτό το ποσοστό είναι βαρύ, καθώς οι μισθοί δεν έχουν την ίδια αγοραστική βάση με τις ΗΠΑ. Το μόνο έντονα φθηνό κριτήριο είναι οι δημόσιες συγκοινωνίες. Η μηνιαία κάρτα στην Αθήνα κοστίζει μόλις το 22% της αντίστοιχης αμερικανικής. Ωστόσο, αυτό δεν αρκεί για να αντισταθμίσει τη συνολική πίεση που δέχεται το διαθέσιμο εισόδημα από στέγαση, καύσιμα, τρόφιμα και υπηρεσίες.