Ο Αρχιεπίσκοπος, όχι μόνο δεν έπεισε για τις αυξήσεις στους αρχιερείς, αλλά παράλληλα δεν εξήγησε γιατί δεν πήραν και οι ιερείς
Oι δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου για το θέμα των αυξήσεων στις αποδοχές των μητροπολιτών, οι οποίες έγιναν αμέσως μετά τα εγκαίνια του «Ιστορικού Αρχείου Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Β’» στα Οινόφυτα Βοιωτίας, όχι μόνο δεν έδωσαν πειστικές απαντήσεις, αλλά άνοιξαν ακόμη περισσότερο τη συζήτηση γύρω από ένα ζήτημα που προκαλεί εύλογες αντιδράσεις στον κλήρο και στους πιστούς.
Ο μακαριότατος έκανε λόγο για «διαστρέβλωση της αλήθειας», υποστηρίζοντας ότι οι αυξήσεις δεν αποτελούν προνομιακή μεταχείριση των αρχιερέων, αλλά συνδέονται με παλαιότερες θεσμικές και οικονομικές εκκρεμότητες στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Ομως, η ουσία δεν βρίσκεται εκεί.
Διότι, ακόμη κι αν δεχτεί κανείς ότι οι μητροπολίτες έχουν δίκιο στα επιχειρήματά τους, ακόμη κι αν θεωρήσει ότι η Πολιτεία όφειλε να αποκαταστήσει μια αδικία του παρελθόντος, παραμένει αναπάντητο ένα θεμελιώδες ερώτημα: γιατί η αποκατάσταση αυτή αφορά μόνο τους αρχιερείς και όχι τους απλούς κληρικούς;
Οι εφημέριοι είναι εκείνοι που βρίσκονται καθημερινά δίπλα στον λαό. Είναι οι άνθρωποι που υπηρετούν στις ενορίες, στα χωριά, στις ακριτικές περιοχές και τις γειτονιές των πόλεων. Είναι αυτοί που τελούν τα μυστήρια, στηρίζουν οικογένειες, επισκέπτονται ασθενείς, συμπαραστέκονται σε όσους δοκιμάζονται και κρατούν ζωντανή την εκκλησιαστική ζωή. Και, σε αντίθεση με τους μητροπολίτες, οι περισσότεροι είναι έγγαμοι, πολλοί μάλιστα πολύτεκνοι.
Με έναν μισθό καλούνται να ανταποκριθούν στις ανάγκες της οικογένειάς τους. Να πληρώσουν ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο, λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, καύσιμα, φροντιστήρια, σπουδές παιδιών και κάθε άλλη υποχρέωση που αντιμετωπίζει σήμερα ένα ελληνικό νοικοκυριό. Ζουν καθημερινά την οικονομική ασφυξία που βιώνει η κοινωνία. Την ίδια στιγμή, οι μητροπολίτες δεν έχουν αντίστοιχες οικογενειακές υποχρεώσεις ούτε τις ίδιες βιοτικές πιέσεις.
Γι’ αυτό ακριβώς οι δηλώσεις περί «διαστρέβλωσης» δεν πείθουν. Διότι η αντίδραση δεν προέρχεται από άγνοια των θεσμικών δεδομένων αλλά από την αίσθηση ότι εφαρμόζονται δύο μέτρα και δύο σταθμά μέσα στην ίδια την Εκκλησία. Οταν οι αυξήσεις αφορούν αποκλειστικά την ανώτατη Ιεραρχία και όχι εκείνους που σηκώνουν το βάρος της καθημερινής ποιμαντικής διακονίας, δημιουργείται αναπόφευκτα η εικόνα μιας Εκκλησίας δύο ταχυτήτων.
Και αυτό είναι ίσως το σοβαρότερο πρόβλημα. Οχι το ύψος των αυξήσεων, αλλά το μήνυμα που εκπέμπεται. Ενα μήνυμα μονομέρειας, προνομιακής μεταχείρισης και απομάκρυνσης από τις πραγματικές ανάγκες του κατώτερου κλήρου. Σε μια εποχή που η ενότητα αποτελεί ζητούμενο, τέτοιες αποφάσεις κινδυνεύουν να καλλιεργήσουν πικρία, αίσθημα αδικίας και έναν βαθύ εσωτερικό διχασμό ανάμεσα στους ιεράρχες και τους ιερείς, που καθημερινά δίνουν τον αγώνα τους μέσα στην κοινωνία.
