Η ελληνική οικονομία καταγράφει τα τελευταία χρόνια επιδόσεις που συχνά επιχειρείται να παρουσιαστούν ως παράδειγμα επιτυχούς…. ανάκαμψης στην Ευρώπη. Πίσω όμως από τη θετική εικόνα των μακροοικονομικών δεικτών, διαμορφώνεται μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα για χιλιάδες ελληνικά νοικοκυριά. Όπως επιβεβαιώνει και η ανάλυση του Bloomberg, η καθημερινότητα μεγάλου μέρους των πολιτών παραμένει ασφυκτική, με αποτέλεσμα ακόμη και οι καλοκαιρινές διακοπές να μετατρέπονται σταδιακά από αυτονόητο δικαίωμα σε προνόμιο για λίγους.
Η περίπτωση της 35χρονης εκπαιδευτικού Βέρας Καλογερά αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μεγαλώνοντας στην Αθήνα, συνήθιζε να περνά κάθε καλοκαίρι σε ελληνικά νησιά μαζί με την οικογένειά της, ακολουθώντας μια πρακτική που για δεκαετίες αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των περισσότερων ελληνικών οικογενειών. Σήμερα, ως μητέρα ενός παιδιού, δηλώνει ότι αδυνατεί να ανταποκριθεί οικονομικά ακόμη και σε σύντομες αποδράσεις σε δημοφιλείς προορισμούς.
«Η κατάσταση είναι χειρότερη από τα προηγούμενα χρόνια όσον αφορά τα τρόφιμα, την ενέργεια και τα ενοίκια και παράλληλα έχουμε περιορίσει κάθε μη αναγκαία δαπάνη», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ανάπτυξη στους δείκτες, πίεση στα νοικοκυριά
Η αντίφαση που αναδεικνύει το διεθνές πρακτορείο είναι έντονη. Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα εμφανίζει ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες, καταγράφει δημοσιονομικά πλεονάσματα και βρίσκεται σε πορεία αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους της. Από την άλλη, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών εξακολουθεί να πιέζεται από την ακρίβεια και το αυξημένο κόστος ζωής.
Παρότι το φαινόμενο της ακρίβειας επηρεάζει ολόκληρη την Ευρώπη, η Ελλάδα εμφανίζει μία από τις μεγαλύτερες αποκλίσεις ανάμεσα στις θετικές οικονομικές επιδόσεις και στο επίπεδο διαβίωσης των πολιτών. Ο πληθωρισμός παραμένει μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρωζώνη, ενώ ο μέσος ετήσιος μισθός, που διαμορφώνεται περίπου στις 18.000 ευρώ, παραμένει κάτω από το μισό του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παράλληλα, η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και την αγοραστική δύναμη, ενώ διαθέτει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό πολιτών που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Ακρίβεια και στέγαση «ροκανίζουν» τα εισοδήματα
Ιδιαίτερα έντονο παραμένει το πρόβλημα της στέγασης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το Bloomberg, τα ελληνικά νοικοκυριά δαπάνησαν το 2024 κατά μέσο όρο το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στεγαστικές ανάγκες. Σε σχεδόν ένα στα τρία νοικοκυριά, το ποσοστό αυτό ξεπέρασε το 40%, επίπεδο υπερτριπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας, αποδίδει την κατάσταση στη μακροχρόνια υστέρηση επενδύσεων και νέων κατασκευών μετά την οικονομική κρίση του 2010. «Η προσφορά δεν έχει προσαρμοστεί στις δημογραφικές αλλαγές και αυτό εντείνει το πρόβλημα. Δεν υπάρχει συνολική έλλειψη κατοικιών στη χώρα, αλλά έλλειψη κατάλληλων κατοικιών σε συγκεκριμένες περιοχές και με τα χαρακτηριστικά που ζητούν οι πολίτες», σημειώνει.
Η ίδια η Βέρα Καλογερά περιγράφει τις δυσκολίες που αντιμετώπισε αναζητώντας μεγαλύτερη κατοικία μετά τη γέννηση του παιδιού της. «Δυσκολευτήκαμε πάρα πολύ να βρούμε ένα φυσιολογικό σπίτι με ενοίκιο κάτω από 1.000 ευρώ. Για πολλούς ανθρώπους, αυτό το ποσό είναι αδιανόητο», εξηγεί.
Οι μισθοί αυξάνονται, αλλά οι τιμές τρέχουν ταχύτερα
Παρά τις αυξήσεις που έχουν δοθεί τα τελευταία χρόνια, οι αποδοχές εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά των επιπέδων πριν από την οικονομική κρίση. Ο κατώτατος μισθός έχει ενισχυθεί περισσότερο από 40% από το 2019, ωστόσο διαμορφώνεται σήμερα στα 920 ευρώ μηνιαίως.
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τα στοιχεία της περιόδου 2019-2024, οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν με ταχύτερο ρυθμό από την αύξηση των εισοδημάτων, περιορίζοντας σημαντικά τα οφέλη των μισθολογικών βελτιώσεων. «Οι αυξήσεις στις τιμές κατοικίας, τροφίμων και ενέργειας ασκούν ισχυρές πιέσεις σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, χωρίς να διαφαίνεται άμεση αποκλιμάκωση», υπογραμμίζει ο Νίκος Βέττας.
Για πολλούς Έλληνες, η αδυναμία να πραγματοποιήσουν τις διακοπές που θεωρούσαν κάποτε δεδομένες αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό σύμβολο της απόστασης που εξακολουθεί να χωρίζει την οικονομική ανάκαμψη από την πραγματική ευημερία.
