Νέα στοιχεία που προκύπτουν από τη δικογραφία ρίχνουν φως στο σχέδιο που, όπως υποστηρίζεται, κατήρτισε ο 43χρονος Σκοπιανός, με σκοπό να παραπλανήσει τις Αρχές μετά τη δολοφονία της 45χρονης Σταυρούλας Λεβεντάκη και να αποφύγει τις υποψίες.
Σύμφωνα με τα δεδομένα της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος παρέμεινε για αρκετές ώρες δίπλα στη σορό της γυναίκας, οργανώνοντας τις επόμενες κινήσεις του. Στην απολογία του, αναφέρει ότι στόχος του ήταν να εξαφανίσει κάθε στοιχείο που θα τον συνέδεε με το έγκλημα και να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η 45χρονη ήταν θύμα ληστείας.
Μέρος αυτού του σχεδίου ήταν η παραδοχή του ότι πήρε τις δύο τραπεζικές κάρτες της γυναίκας, έκανε αναλήψεις μετρητών και στη συνέχεια παρέδωσε τις κάρτες σε γνωστά του άτομα, προκειμένου οι συναλλαγές να συνεχιστούν. Ισχυρίζεται ότι έτσι ήθελε να ενισχύσει το σενάριο της ληστείας.
«Σε μία κάρτα υπήρχε γραμμένο το PIN. Πήγα στο ΑΤΜ που βρίσκεται στο ΚΕΠ των Μουρνιών, πληκτρολόγησα τον κωδικό και έκανα ανάληψη 1.000 ευρώ. Δεν παρακολούθησα το υπόλοιπο του λογαριασμού. Το έκανα για να φανεί ότι έγινε ληστεία και να μην με συνδέσουν με τον θάνατό της. Στη συνέχεια επέστρεψα στο σπίτι και άφησα τα χρήματα και τις κάρτες στο έπιπλο της τηλεόρασης», ανέφερε στην απολογία του.
Στην οκτασέλιδη απολογία του, ο 43χρονος περιγράφει επίσης ότι μετά τη δολοφονία –την οποία ισχυρίζεται ότι διέπραξε «εν βρασμώ ψυχής»– προσπάθησε να σβήσει κάθε ίχνος. Αναφέρει ότι καθάρισε σχολαστικά τον χώρο, μετακίνησε αντικείμενα και συγκέντρωσε σε σακούλες ό,τι θα μπορούσε να τον ενοχοποιήσει.
«Χρησιμοποίησα σφουγγαρίστρα, χλωρίνη, φαράσι και σκούπα, αλλάζοντας συνεχώς το νερό και προσθέτοντας χλωρίνη και αρωματικό. Μετά, τοποθέτησα σε μαύρη σακούλα το ξύλινο κούτσουρο με το οποίο χτύπησα τη Σταυρούλα στο κεφάλι, τα γυαλιά από το σπασμένο μπουκάλι, τις σακούλες που κρατούσε όταν ήρθε στο σπίτι μου, καθώς και το παντελόνι και την μπλούζα που φορούσα», υποστηρίζει.
Οι ερευνητές εξετάζουν τώρα λεπτομερώς τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του θύματος, με την άρση του τραπεζικού απορρήτου, προκειμένου να χαρτογραφήσουν κάθε συναλλαγή πριν και μετά τη δολοφονία και να διαπιστώσουν ποιοι πραγματοποίησαν τις αναλήψεις, ελέγχοντας την εκδοχή του κατηγορούμενου.
Παράλληλα, κρίσιμη σημασία έχουν τα ευρήματα της ιατροδικαστικής έκθεσης. Σύμφωνα με αυτή, ο θάνατος της 45χρονης προκλήθηκε από χτύπημα στο κεφάλι με το βαρύ ξύλινο κούτσουρο, ενώ οι δύο μαχαιριές στο σώμα της ήταν επιφανειακές και, σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, έγιναν μετά το θάνατό της.
Αυτό το στοιχείο θεωρείται καθοριστικό για την έρευνα, καθώς, σύμφωνα με τις Αρχές, δεν συμφωνεί με την αρχική εκδοχή που είχε δώσει ο 43χρονος στους αστυνομικούς τις πρώτες ώρες των ερευνών.
