Πιο καθαρούς κανόνες στην τραπεζική χρηματοδότηση των νοικοκυριών επιχειρεί να βάλει το νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης που αναμένεται να ψηφιστεί από τη Βουλή μέσα στην εβδομάδα, βάζοντας στο στόχαστρο αδιαφανείς χρεώσεις, δυσνόητους όρους και πρακτικές που μπορεί να οδηγήσουν σε υπερχρέωση.
Οι ρυθμίσεις αφορούν δανειακές συμβάσεις χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις επί ακινήτων, δηλαδή χωρίς υποθήκη ή άλλο περιουσιακό στοιχείο. Στην πράξη καλύπτουν κυρίως καταναλωτικά δάνεια, επισκευαστικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, για ποσά έως 100.000 ευρώ. Το νέο πλαίσιο θα τεθεί σε ισχύ από τις συμβάσεις που θα υπογραφούν από τον Νοέμβριο του 2026 και μετά. Σε δηλώσεις του ο Τάκης Θεοδωρικάκος επισήμανε: «Μπαίνει τέλος στα “ψιλά γράμματα”, κάτι πάρα πολύ κρίσιμο και απαραίτητο, γιατί αυτό οδηγεί πολλές φορές σε σοβαρό πρόβλημα υπερχρέωσης των οικογενειών».
Τέλος στα «ψιλά γράμματα»
Ειδικότερα, ένα από τα βασικά προβλήματα που επιχειρεί να αντιμετωπίσει το νομοσχέδιο είναι οι δυσνόητοι όροι των συμβάσεων και οι κρυφές επιβαρύνσεις. Οι τράπεζες θα πρέπει πλέον να παρουσιάζουν τους όρους με τρόπο καθαρό και κατανοητό, ώστε ο μέσος καταναλωτής να γνωρίζει τι υπογράφει και ποιες υποχρεώσεις αναλαμβάνει.
Στόχος είναι να περιοριστούν οι παγίδες, οι ασάφειες και οι παρανοήσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε πρόσθετες οικονομικές επιβαρύνσεις μετά την υπογραφή της σύμβασης.
Παράλληλα, οι τράπεζες θα υποχρεούνται να παρουσιάζουν με σαφήνεια όλες τις χρεώσεις, τα επιτόκια, τις προμήθειες και τους κινδύνους που μπορεί να συνοδεύουν έναν δανεισμό. Με αυτόν τον τρόπο ο καταναλωτής θα μπορεί να συγκρίνει ευκολότερα προσφορές και να γνωρίζει από την αρχή το πραγματικό κόστος του δανείου ή της κάρτας.
Πιο σαφές γίνεται και το δικαίωμα υπαναχώρησης μέσα σε 14 ημέρες από την υπογραφή της σύμβασης. Ο δανειολήπτης θα μπορεί να ακυρώσει το δάνειο χωρίς κυρώσεις και χωρίς να χρειάζεται να αιτιολογήσει την απόφασή του, εφόσον διαπιστώσει ότι οι όροι δεν τον εξυπηρετούν ή απλώς αλλάξει γνώμη.
Πλαφόν στο επιτόκιο και στο συνολικό κόστος
Από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις είναι η θέσπιση ανώτατου ορίου στο συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο. Το όριο δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το 30% έως 50% του ΣΕΠΕ, όπως αυτό δημοσιεύεται ανά τρίμηνο από την Τράπεζα της Ελλάδος. Παράλληλα, μπαίνουν όρια και στο τελικό ποσό που θα πληρώνει ο δανειολήπτης σε σχέση με το αρχικό κεφάλαιο.
Εξαιρουμένων των πιστωτικών καρτών, το τελικό ποσό δεν θα μπορεί να ξεπερνά το αρχικό κεφάλαιο κατά περισσότερο από 60% για δάνεια έως 4 χρόνια, 70% για δάνεια από 4 έως 8 χρόνια και 75% για δάνεια άνω των 8 ετών.
