Μια απλή αναδρομή στην Ιστορία μας αρκεί για να μας διαφωτίσει αν θέλουμε να καταλάβουμε γιατί κάθε φορά που ηγείται της συντηρητικής παράταξης κεντρώος πολιτικός ηγέτης ξυπνούν τα πάθη, οι διχασμοί και οι διασπάσεις στην Ελλάδα: Γιατί το Κέντρο φέρει μέσα του ιστορικά το σπέρμα της διαίρεσης και του διχασμού. Είναι στοιχείο της ύπαρξής του από της ιδρύσεως της βενιζελικής παρατάξεως και έκτοτε το ακολουθεί. Ο μπραβισμός των γρυπάρηδων τότε «άνθισε».
Το μίσος τότε έγινε πολιτική. Από τη δολοφονία του Ιωνος Δραγούμη κι έκτοτε. Από τις επιθέσεις που δέχτηκε ο ίδιος ο Βενιζέλος ως αντίποινα. Από το γεγονός ότι η κυβέρνησή του έστησε την ηγεσία της συντηρητικής παράταξης στου Γουδή στο απόσπασμα, για να της φορτώσει όλες τις ευθύνες για τη Μικρασιατική Καταστροφή και να απαλλαγεί από τις αναμφισβήτητες δικές του ευθύνες. Το βρόμικο κέντρο, σε αντιδιαστολή με το πατριωτικό κέντρο, έχει την ατιμία μέσα του. Η ίδια παράταξη υπερακόντισε μακράν τη Δεξιά σε αντικομμουνισμό μετά τον πόλεμο μέσα σε συνθήκες άγριες, ψυχρού πολέμου. Με εκτελέσεις και καταδίκες πάλι από το Κέντρο.
Μπελογιάννης, δίκη αεροπόρων, στα ίχνη του βενιζελικού ιδιώνυμου βάδισε ο Σοφούλης. Ηταν η φάση της Ιστορίας που το επιτήδειο Κέντρο επιτίθετο στην Αριστερά και τη Δεξιά, και απολάμβανε την αιματοχυσία τους στον Εμφύλιο για να βασιλεύει στην εξουσία. Το 1965 το DNA του κεντρώου διχασμού μετακινήθηκε από τα δεξιά και τα αριστερά νώτα μέσα στο ίδιο το κέντρο, που με την αποσταθεροποίηση των θεσμών εις βάρος του Γεωργίου Παπανδρέου έχει βαριές ευθύνες για τη δικτατορία. Υστερα από μια εξαιρετική εντεκαετία ομαλότητας στο διάστημα 1974-1985, την οποία εγγυήθηκε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ως πρωθυπουργός και ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, η πολιτική μας ζωή επανήλθε στα προδικτατορικά πάθη και στον διχασμό.
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης εξελέγη πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας το 1984, αλλά ουσιαστικά η μάχη στις εκλογές του 1985 ήταν ένα αναδρομικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ των ηγετικών στελεχών της Ενώσεως Κέντρου Ανδρέα Παπανδρέου -ο οποίος επίσης έχει βαριές ευθύνες για τη δικτατορία με τον ΑΣΠΙΔΑ- και Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Σε σημείο που η πολιτική ζωή της χώρας να σκιαστεί από τα σκάνδαλα, το ειδικό δικαστήριο, την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου και τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη, την οποία ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης απέδιδε, όπως έχει διηγηθεί στο βιβλίο, «με τα δικά μου λόγια» στο ΠΑΣΟΚ και όχι στην Αριστερά, όπως είναι της μόδας σήμερα να λέει ο Κυριάκος.
Η χώρα μεταξύ 1985 και 1993 έζησε, με ευθύνη και των δύο πρωταγωνιστών της περιόδου της αποστασίας, μέσα σε μια περίοδο πολιτικής ανωμαλίας, η οποία σφραγίστηκε με την πτώση της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, στην οποία πρωταγωνίστησαν τα οικονομικά συμφέροντα που στήριξαν τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη. Με πρωταγωνιστή τον Αντώνη Σαμαρά, που καταγόταν από την οικογένεια του βενιζελικού Μπενάκη, αλλά είχε πάρει το πατριωτικό DNA της Πηνελόπης Δέλτα και του Ιωνα Δραγούμη. Ολα αυτά τα χρόνια, από τη Μεταπολίτευση και μέχρι να φτάσουμε στην εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη, στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, η όποια διάσπαση έγινε στη συντηρητική παράταξη, όταν ηγείτο αυτής δεξιός πρωθυπουργός, ήταν πάντοτε από τα δεξιά και αφορούσε κόμματα διαμαρτυρίας. Την Εθνική Παράταξη του 1977 με τον Θεοτόκη, τον ΛΑΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη το 2007, τη Δημοκρατική Συμμαχία της Ντόρας το 2012.
Η παράταξη, με εξαίρεση την απόσχιση Στεφανόπουλου το 1985 με την ΔΗΑΝΑ, δεν αντιμετώπισε διασπάσεις κορυφής από όταν είχε ως επικεφαλής δεξιός ηγέτης. Οι Καραμανλήδες την ένωναν.
Ολα άλλαξαν όταν εξελέγη αρχηγός της Ν.Δ. ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Το DNA της διάσπασης και της διαίρεσης επανήλθε και αυτό αποτυπώνεται στο λεξιλόγιο του κόμματος, στο οποίο επέστρεψαν τα κοσμητικά επίθετα, οι προσωπικές επιθέσεις και οι οικονομικοί όροι. Δεν είναι τυχαίο ότι στο «φιλελεύθερο κόμμα» της αγοράς, που κυριαρχεί η συναλλαγή, είναι της μόδας φράσεις όπως «έχεις δίκιο 100-0, ο «κουβάς» του Ιπποδρόμου και οι «εργοστασιακές ρυθμίσεις». Ούτε πως με την πρώτη ευκαιρία στελέχη αποκαλούνται «εμπρηστές» «προδότες» και ό,τι άλλο. Είναι η φύση του σκορπιού.
Αυτή είναι η μεθοδολογία του Κέντρου. Ενός Κέντρου του Μητσοτάκη που παραμέρισε εντελώς τον δεξιό κόσμο, η παράταξη κατέστη μειοψηφία μέσα στα καθοδηγητικά όργανα, στο υπουργικό συμβούλιο, στο ίδιο το κόμμα. Την αντικατέστησε με στελέχη τα οποία μία δεκαετία πριν ήταν απηνείς διώκτες της ως υπουργοί τού επίσης κεντρώου διαιρετικού Κώστα Σημίτη. Ξαναζούμε αυτές τις μέρες το ίδιο έργο με τις επιθέσεις που δέχεται ο Αντώνης Σαμαράς, επειδή διατύπωσε πολιτικά επιχειρήματα για να απαντήσει σε επιθέσεις που δέχτηκε από κορυφαία στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, με την κατηγορία ότι θα της στερήσει την αυτοδυναμία στις προσεχείς εκλογές. Ενώ η αυτοδυναμία, εάν χαθεί, έχει υπογραφή εδώ και πάρα πολύ καιρό, και αυτή έχει το όνομα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Η παράταξη διασπάστηκε στη βάση της στις εθνικές εκλογές του 2023 και στις ευρωεκλογές του 2024. Περίπου 20% νεοδημοκρατών την αποχαιρέτησαν επειδή τους προσέβαλε βαθύτατα.
Το σύστημα αυτό δεν έχουμε καμία αμφιβολία πώς θα πολιτευτεί στις προσεχείς εκλογές. Φάνηκε από την υπόθεση με τα γκαζάκια. Φάνηκε από το γεγονός ότι δεν έχει άλλα επιχειρήματα για τους πολίτες και επιστρέφει στο 2015 του δημοψηφίσματος για το οποίο έχει καταδικαστεί πολλαπλώς και παραδειγματικά από τον ελληνικό λαό ο Τσίπρας. Η Νέα Δημοκρατία ακολουθεί τη γνωστή συνταγή του Κέντρου: όταν ξεμένεις από επιχειρήματα, τότε προσωποποίησε τα πράγματα, πυροδότησε το μίσος, ύφανε θεωρίες συνωμοσίας, καλλιέργησε τον διχασμό. Δεν καταλαβαίνει έτσι ότι, ακόμη κι αν κερδίσει, πράγμα αυτή τη στιγμή εντελώς απίθανο, έστω και με μία έδρα την αυτοδυναμία, αυτό το οποίο επιδιώκει, θα οδηγήσει στη ρευστοποίηση της δεξιάς παράταξης.
Ολος ο δημοκρατικός κόσμος πρέπει να συνεννοηθεί για τους όρους διεξαγωγής των εκλογών. Η χώρα δεν αντέχει εκλογές μίσους, διχασμού, βίας, εξαγοράς και νοθείας. Με αυτή τη σειρά. Το 2026 δεν είναι 1965. Και επειδή οι λέξεις αυτές έχουν μεγάλη φόρτιση, ένα μπορώ να επισημάνω: Μετά λόγου γνώσεως ομιλώ. Αυτό το βρόμικο και επιτήδειο Κέντρο, που ξεκίνησε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και συνέχισε με τους αποστάτες και μεταλλάχτηκε ως τάχα Δεξιά στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, πρέπει να απομονωθεί όσον αφορά τις πρακτικές και να πάμε σε καθαρές και έντιμες εκλογές. Και από κει και πέρα ό,τι επιθυμεί ο ελληνικός λαός! Αλλά να το επιθυμήσει με ομαλότητα, όχι με ανωμαλία. Ο Θεός να μας φωτίσει όλους.

