Οι εργοδότες υποχρεούνται να καταβάλουν το επίδομα άδειας στους εργαζόμενους πριν από την έναρξη της άδειάς τους. Οι αποδοχές αδείας και το επίδομα προκαταβάλλονται στον μισθωτό με την έναρξη της άδειας και δεν συμψηφίζονται με καταβαλλόμενες αποδοχές άνω των νομίμων.
Εάν ο εργοδότης δεν χορηγήσει την άδεια που ζήτησε ο εργαζόμενος, πρέπει να καταβάλει τις αποδοχές του χρόνου άδειας με προσαύξηση 100%. Κατά τη διάρκεια της άδειας ο μισθωτός δικαιούται τις «συνήθεις αποδοχές», δηλαδή αυτές που θα έπαιρνε εάν εργαζόταν κανονικά στην επιχείρηση στον αντίστοιχο χρόνο.
Πώς υπολογίζεται το επίδομα
Το επίδομα άδειας υπολογίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία με βάση τον χρόνο εργασίας. Απαγορεύεται η απόλυση του εργαζομένου κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειας. Το επίδομα ισούται με το σύνολο των τακτικών, συνήθων αποδοχών που καταβάλλονται για την άδεια.
Δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές 15 ημερών για μισθωτούς με μηνιαίο μισθό και 13 ημερών για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο, ανά μονάδα εργασίας ή με ποσοστά. Ο εργαζόμενος με μηνιαίο μισθό δικαιούται μισό μηνιαίο μισθό και ο αμειβόμενος με ημερομίσιο δικαιούται 15 ημερομίσθια. Οι εργαζόμενοι μπορούν να υπολογίσουν το ποσό μέσω της online εφαρμογής του ΚΕΠΕΑ.
Χορήγηση άδειας
Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές, την οποία λαμβάνει σε συμφωνία με τον εργοδότη. Ο εργοδότης οφείλει να χορηγήσει την άδεια εντός δύο μηνών από την αίτηση του εργαζομένου. Η καλοκαιρινή άδεια πρέπει να δοθεί μεταξύ 1ης Μαΐου και 30ης Σεπτεμβρίου για τουλάχιστον τους μισούς εργαζόμενους της επιχείρησης.
