Τους είχε προετοιμάσει όλους για το αντίθετο, εντούτοις η απόφαση της Μαρίν Λεπέν να είναι τελικά υποψήφια για την προεδρία της Γαλλίας στις εκλογές του 2027 δεν έπρεπε να είχε αιφνιδιάσει κανέναν. Φυσικά, μέχρι την έκδοση της απόφασης του Εφετείου, που μείωσε, μόλις δύο ημέρες πριν, την ποινή της για υπεξαίρεση σε τρία από τέσσερα χρόνια φυλακή (το ένα εκτιτέο «με βραχιολάκι») καθώς και την περίοδο αποκλεισμού της από δημόσιο αξίωμα (που δεν υπερκαλύπτει πλέον τον χρόνο των εκλογών), η ίδια είχε υπάρξει κατηγορηματική ότι, πλην της περίπτωσης να αθωωθεί, ο δρόμος προς τις εκλογές θα ήταν κλειστός.
- Από τον Α.Π. Δημόπουλο
Και γιατί δεν ήθελε (όπως έλεγε) να προσφύγει σε ανώτατο δικαστήριο, με το επιχείρημα ότι κάτι τέτοιο θα κρατούσε όμηρο το κόμμα της σε μια συνεχιζόμενη δικαστική εκκρεμότητα ενόσω θα εξελισσόταν η προεκλογική περίοδος (και μάλιστα με απρόβλεπτο τελικό αποτέλεσμα), αλλά και γιατί κι εάν ακόμα έπαυε ο αποκλεισμός της από δημόσιο αξίωμα μέχρι τις εκλογές (όπως και έγινε) και η ίδια δεν προσχωρούσε σε περαιτέρω ένδικα μέσα, πάντως (πέραν του ηθικού στίγματος της καταδίκης, που έτσι θα γινόταν απρόσβλητη), θα ήταν πρακτικά αδύνατον να κάνει προεκλογική εκστρατεία «με βραχιολάκι». Γιατί, λοιπόν, το ξανασκέφτηκε η Λεπέν;
Οχι ότι η αλλαγή στάσης της δεν εξηγείται εύκολα με ανθρώπινα μέτρα, βέβαια. Γιατί, έχοντας υποστεί το κόστος μιας προσωπικά φθοροποιού σύγκρουσης με αυτό, που θεωρούνταν (καλώς ή κακώς) εξτρεμιστική κληροδοσία του διάσημου πατέρα της, φέρνοντας έτσι το κόμμα της δύο φορές στα πρόθυρα της προεδρίας, είναι σίγουρα εύλογο, για την κυρία Λεπέν, να θέλει να ολοκληρώσει αυτό που άρχισε και μάλιστα με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι μπορεί πράγματι αυτή τη φορά να κόψει το νήμα. Και γιατί όχι, άλλωστε – μιλάμε για ένα πρόσωπο του οποίου οι ίδιες οι εμπειρίες είναι συνυφασμένες με την πορεία του χώρου της ή μήπως να θυμίσω ότι σε ηλικία 8 ετών (το 1976) η κυρία Λεπέν σώθηκε στο όριο ύστερα από βομβιστική επίθεση στην πολυκατοικία των γονιών της, με την ίδια να έχει περιγράψει διαπεραστικά εκείνες τις στιγμές, ως ανεξίτηλη συσχέτιση ανάμεσα στον κίνδυνο της πολιτικής και στο «αγαθό» που αυτή θέλει να προκαλέσει;
Ομως, στην πραγματικότητα, η απόφαση για κάθοδο ενείχε και προσωπική και πολιτική λογική. Και αυτό γιατί, παρότι ήταν η ίδια η κυρία Λεπέν η οποία είχε προετοιμάσει «οιονεί διάδοχο», αναδεικνύοντας τον μόλις 30 ετών πολιτικό της προστατευόμενο Ζορντάν Μπαρντελά, αρχικά, σε πρόεδρο στο κόμμα της και, εν συνεχεία, σε έτοιμο υποκατάστατο μιας δικής της υποψηφιότητας για την προεδρία (και μάλιστα με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι ο κ. Μπαρντελά ίσως ήταν εκλογιμότερος αυτής), η υποψηφιότητα Μπαρντελά δεν εξελισσόταν με τον υποκαταστατικό ρόλο που είχε προβλεφθεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο κ. Μπαρντελά είχε δημιουργήσει υπόνοια ότι ακολουθούσε προσωπική πορεία ή (πολύ χειρότερα) υποψία ότι μεταλλασσόταν σε ακόμα ένα από τα πολλά λαμπερά πρόσωπα του χώρου της ριζοσπαστικής Δεξιάς, τα οποία είχαν οδηγήσει στο παρελθόν στη διάσπασή της (όπως ο Bruno Mégret την εποχή του Jean-Marie Le Pen ή ο Éric Zemmour και η Marion Maréchal-Le Pen την εποχή της ίδιας της κυρίας Λεπέν). Ομως, αποτελούσε πλέον κοινό μυστικό ότι, καθώς ο κ. Μπαρντελά μεγάλωνε στον ρόλο που του είχε αναθέσει η ίδια η κυρία Λεπέν και με τη Γαλλία σχεδόν να προεξοφλεί ότι αυτός θα ήταν υποψήφιος στις προεδρικές του 2027 (έστω «αντί» εκείνης), το πολιτικό του αποτύπωμα είχε αρχίσει να φαίνεται διαφορετικό – μπορεί στο ευρύτερο κοινό η σχέση Λεπέν – Μπαρντελά να αντιμετωπιζόταν (ελαφρά) με τους όρους ανισότητας μιας σχέσης Πούτιν – Mεντβέντεφ, όμως εντός του κόμματος (και ιδίως για την παλαιά φρουρά) είχε αρχίσει να καταγράφεται πολιτική διαφορά.
Γιατί, σχηματικά, μπορεί στα θέματα μετανάστευσης και ταυτοτικής ατζέντας Λεπέν και Μπαρντελά να ταυτίζονταν, αλλά στα θέματα της οικονομίας και της εξωτερικής πολιτικής η έμφαση ήταν πλέον διακριτή, με τον κ. Μπαρντελά να ακούγεται σαφώς πιο οικονομικά φιλελεύθερος (σε σχέση με τον παραδοσιακό κρατικισμό της κυρίας Λεπέν) και σε σαφώς πιο μεσαία γραμμή για Ουκρανία, Ισραήλ, Ευρώπη και ΗΠΑ (σε σχέση με τον κλασικό εθνικισμό της κυρίας Λεπέν) – οι πρόσφατες αποστάσεις του κ. Μπαρντελά από την επαναφορά του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης στα 62 (εμβληματική θέση της κυρίας Λεπέν και τοτέμ συμβολικής ετερότητας προς τις αφαιμακτικές «μεταρρυθμίσεις» Μακρόν) προκάλεσαν αίσθηση, με αρκετούς εντός Γαλλίας (και Ευρώπης) να ψιθυρίζουν, πλέον, γενικότερα, ότι στο πρόσωπο του (ιταλικής καταγωγής) κ. Μπαρντελά η Γαλλία απέκτησε μια εγχώρια Μελόνι.
Οχι πια όμως – οι δύο πρωθιέρειες της Δεξιάς στην Ευρώπη θα παραμείνουν διαφορετικές. Ή, με άλλη διατύπωση, η απόφαση της κυρίας Λεπέν να ξαναβάλει υποψηφιότητα αντανακλά την πολιτική δέσμευση ότι οι προεδρικές εκλογές του 2027 θα αποτελέσουν το γνήσιο γεγονός ανατροπής που προκαλεί δέος στην Ευρώπη: η Γαλλία δεν θα εκλέξει ακόμα μία Μελόνι και η υποψηφιότητα της κυρίας Λεπέν εγγυάται ακριβώς αυτό. Εκτός, βέβαια, και εάν η Δικαιοσύνη στρώσει εκ νέου με χιόνι τον δρόμο προς την άνοιξη και λίγος ήλιος από τη Ρώμη μοιάσει εκ νέου θελκτικός, αλλά προσώρας τουλάχιστον η κυρία Λεπέν δεν δείχνει να λογαριάζει τον καιρό.

