ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Σε ένα από τα πιο επίμονα εμπόδια εξελίσσεται για την ελληνική οικονομία το ιδιωτικό χρέος, καθώς πίσω από τους βελτιωμένους τραπεζικούς δείκτες παραμένει εγκλωβισμένο ένα μεγάλο κομμάτι της μικρής επιχειρηματικότητας.
Επαγγελματίες, ατομικές επιχειρήσεις και μικρομεσαίοι που βρέθηκαν στη δίνη της κρίσης εξακολουθούν να κουβαλούν παλιά «κόκκινα» δάνεια, με αποτέλεσμα να μένουν εκτός τραπεζικού δανεισμού και εκτός νέου κύκλου επενδύσεων. Το ιδιωτικό χρέος είναι πλέον ένα πρόβλημα που περνά απευθείας στην πραγματική οικονομία, κάθε φορά που μια επιχείρηση αποκλείεται από πίστωση για επενδύσεις ή κεφάλαιο κίνησης. Με απλά λόγια, το παλιό χρέος περιορίζει τη σημερινή παραγωγή και κόβει ταχύτητα από την αυριανή ανάπτυξη.
Και αυτό γιατί περίπου 1 εκατ. παλιά «κόκκινα» δάνεια συνεχίζουν να κρατούν οφειλέτες εκτός χρηματοδότησης. Το πρόβλημα αφορά περίπου 1,5 εκατ. πολίτες, δηλαδή σχεδόν το ένα τέταρτο του ενήλικου πληθυσμού, οι οποίοι παραμένουν ουσιαστικά εκτός τραπεζικού συστήματος λόγω παλαιών μη εξυπηρετούμενων δανείων. Το ακόμα πιο ανησυχητικό είναι ότι σχεδόν οι μισοί από αυτούς συνδέονται με τη μικρή επιχειρηματικότητα.
Αυτό σημαίνει ότι η ζημιά δεν περιορίζεται στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, αλλά μεταφέρεται στον πυρήνα της παραγωγικής βάσης, καθώς όταν ένας επαγγελματίας δεν έχει πρόσβαση σε χρηματοδότηση, δεν μπορεί να επενδύσει, να προσλάβει, ούτε και να είναι ανταγωνιστικός.
ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώνεται στο ύψος των οφειλών που παραμένουν παγωμένες. Περίπου 75 δισ. ευρώ συνδέονται με εκκρεμότητες, καθυστερήσεις σε ρυθμίσεις ή δικαστικές διαδικασίες, ποσό που πλησιάζει το ένα τρίτο του ΑΕΠ.
Και αυτό γιατί οι τράπεζες μπορεί να έχουν μειώσει δραστικά τα «κόκκινα» δάνεια από τους ισολογισμούς τους, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι οι οφειλέτες επέστρεψαν αυτομάτως στην κανονικότητα, ούτε πως αυτές οι οφειλές έχουν εξαφανιστεί.
Αναπόφευκτα αυτή η «τρύπα» έχει άμεση αναπτυξιακή επίπτωση, καθώς περιορίζει την παραγωγικότητα, μειώνει τις νέες επενδύσεις, κρατά χαμηλά τη δυνατότητα επέκτασης μικρών επιχειρήσεων και τελικά συγκρατεί την οικονομία κάτω από τις δυνατότητές της.
Η Εφορία προσθέτει επιπλέον βάρος
Στο ήδη βαρύ φορτίο των «κόκκινων» δανείων προστίθενται και τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την Εφορία. Στο τέλος Απριλίου 2026 το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο έφτασε τα 114,57 δισ. ευρώ. Το ποσό ήταν αυξημένο κατά 3,77 δισ. ευρώ σε σχέση με τον Απρίλιο του 2025, ενώ οι φορολογούμενοι με ανοιχτές οφειλές προς το Δημόσιο ξεπέρασαν τα 4,25 εκατ.
Για τις επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες τα χρέη προς την Εφορία έχουν πρακτικές συνέπειες, καθώς συχνά τους εγκλωβίζει ανάμεσα σε παλιές φορολογικές υποχρεώσεις και σε αδυναμία πρόσβασης σε νέο χρήμα.
Η ονομαστική εικόνα, πάντως, κρύβει μεγάλες διαφορές στην εισπραξιμότητα. Από τα 114,57 δισ. ευρώ, τα 35,53 δισ. ευρώ έχουν χαρακτηριστεί ανεπίδεκτα είσπραξης, δηλαδή περίπου το 31% του συνολικού υπολοίπου. Μετά την αφαίρεσή τους, το πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο περιορίζεται στα 79,04 δισ. ευρώ.
Ακόμα πιο αποκαλυπτική είναι η σύνθεση των καθαρά φορολογικών οφειλών. Από τα 52,37 δισ. ευρώ, τα 8,15 δισ. ευρώ προέρχονται από αφερέγγυους οφειλέτες, ενώ άλλα 17,28 δισ. ευρώ αφορούν οφειλές με λήξη δόσεων πέραν της τελευταίας δεκαετίας. Μετά τις αφαιρέσεις αυτές, απομένουν 26,95 δισ. ευρώ, από τα οποία προέρχεται το 92,4% των εισπράξεων.
Το συμπέρασμα είναι ότι το Δημόσιο έχει απέναντί του ένα τεράστιο ονομαστικό βουνό χρεών, αλλά οι πραγματικές εισπράξεις έρχονται από πολύ μικρότερο τμήμα. Σχεδόν όλη η εισπραξιμότητα συγκεντρώνεται στο 34,1% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου. Την ίδια στιγμή μόλις το 6,83% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου βρίσκεται σε ρύθμιση, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,39 δισ. ευρώ.
Οι παρεμβάσεις και το αναπτυξιακό στοίχημα
Μπροστά σε αυτόν τον κίνδυνο αποφασίστηκαν οι τελευταίες παρεμβάσεις του ΥΠΟΙΚ για το ιδιωτικό χρέος με στόχο όχι μόνο να αυξηθούν οι εισπράξεις, αλλά να επιστρέψουν σε κανονικότητα όσοι επαγγελματίες και επιχειρήσεις μπορούν να πληρώσουν και να ξαναμπούν στο τραπεζικό σύστημα.
Η δυνατότητα ρύθμισης παλαιών οφειλών σε έως 72 δόσεις αφορά χρέη που δημιουργήθηκαν έως το τέλος του 2023 και δεν είχαν ρυθμιστεί, με προϋπόθεση να έχουν τακτοποιηθεί οι νεότερες οφειλές από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά.
Αντίστοιχα, η μείωση του ορίου ένταξης στον εξωδικαστικό μηχανισμό από τα 10.000 στις 5.000 ευρώ ανοίγει την πόρτα σε μικρότερους οφειλέτες. Η αλλαγή αυτή αφορά κυρίως επαγγελματίες και πολύ μικρές επιχειρήσεις, που μέχρι σήμερα έμεναν εκτός συνολικής ρύθμισης επειδή οι οφειλές τους δεν έφταναν το προηγούμενο κατώφλι.
Σημαντική είναι και η αύξηση του ακατάσχετου από τα 1.250 στα 1.600 ευρώ για συνεπείς οφειλέτες, όπως και η δυνατότητα άρσης κατάσχεσης τραπεζικού λογαριασμού, εφόσον καταβληθεί μέρος της οφειλής και ρυθμιστεί το υπόλοιπο. Για έναν επαγγελματία η πρόσβαση σε τραπεζικό λογαριασμό δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση λειτουργίας.
Στο ίδιο πακέτο βρίσκεται και η παρέμβαση για τους ενήμερους δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη, με αναδρομική ισχύ από την 1η Απριλίου 2019. Η ρύθμιση αφορά πάνω από 100.000 δανειολήπτες και οδηγεί σε χαμηλότερη μηνιαία δόση, μέσω αλλαγής στον τρόπο υπολογισμού των τόκων.
