Γίνονται έργα Μετρό στην Κυψέλη και εκατοντάδες σπίτια έπαθαν σημαντικές, πιθανότατα και επικίνδυνες ζημιές. Κι αντί να γίνει σοβαρή κυβερνητική παρέμβαση, ο υφυπουργός Υποδομών, Νίκος Ταχιάος, σε συνέντευξη που παραχώρησε, έσπευσε να διαβεβαιώσει ότι «δεν υπάρχει ζήτημα στατικής επάρκειας των κτιρίων» στην Κυψέλη. Και πώς κατέληξε σε αυτό το βολικό, καθησυχαστικό συμπέρασμα; Επειδή έτσι αποφάνθηκαν οι μηχανικοί της «Ελληνικό Μετρό» και της αναδόχου κοινοπραξίας!
Πρόκειται για το άκρον άωτον του παραλογισμού: οι ελεγκτές ταυτίζονται με τους ελεγχομένους. Ο κ. Ταχιάος εμπιστεύεται τυφλά τους πραγματογνώμονες των εταιριών που έχουν κάθε άμεσο, επαγγελματικό και οικονομικό συμφέρον να τα βρουν όλα «καλώς καμωμένα» για να αποποιηθούν τις ευθύνες τους.
Πώς γίνεται στην ίδια ακριβώς συνέντευξη να ισχυρίζεται με απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος, ενώ ταυτόχρονα παραδέχεται ότι «βρίσκεται σε εξέλιξη τεχνική διερεύνηση» και ότι επιστρατεύονται ξένοι εμπειρογνώμονες; Αν η επιστημονική έρευνα τρέχει ακόμη και ο μετροπόντικας έχει παγώσει εδώ και δύο μήνες, πώς προτρέχει ο πολιτικός προϊστάμενος και υπογράφει λευκές επιταγές ασφαλείας; Προφανώς, η επικοινωνιακή διαχείριση προηγείται της ανθρώπινης ζωής.
Η πραγματικότητα, δυστυχώς, τον διαψεύδει με ηχηρό τρόπο. Οι κάτοικοι ζουν με τον καθημερινό τρόμο, βλέποντας βαθιές, τρομακτικές ρωγμές να σκίζουν όχι απλώς σοβάδες, αλλά κολόνες και φέροντες οργανισμούς των πολυκατοικιών τους. Ξέρει, αλήθεια, ο κ. υφυπουργός από το γραφείο του πώς και πόσο έχουν επηρεαστεί τα θεμέλια αυτών των κτισμάτων; Εχει την παραμικρή ιδέα για το πώς θα συμπεριφερθούν αυτά τα λαβωμένα, γερασμένα σπίτια στην απευκταία περίπτωση ενός σεισμού στην Αττική;
Με τις πρόχειρες και προκλητικές δηλώσεις του, ο κ. Ταχιάος δεν προσφέρει κάτι στους πολίτες. Αντίθετα, αναλαμβάνει προσωπικά, αλλά και για λογαριασμό ολόκληρης της κυβέρνησης, την απόλυτη πολιτική, ηθική και ποινική ευθύνη για ό,τι ήθελε συμβεί.
Η στάση του κ. Ταχιάου σ’ αυτό το ζήτημα μας υπενθυμίζει ότι όποτε η κυβερνητική αλαζονεία συναντά την ελαφρομυαλιά, το αποτέλεσμα γίνεται εξαιρετικά επικίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια.
Από τη στήλη «Η θέση μας» της «Δημοκρατίας»
