Αντίστροφα μετρά ο χρόνος για την ολοκλήρωση της φετινής διαδικασίας υποβολής των φορολογικών δηλώσεων, καθώς αύριο, Παρασκευή 24 Ιουλίου, εκπνέει οριστικά η προθεσμία για τα φυσικά πρόσωπα. Μέχρι τότε, οι φορολογούμενοι μπορούν να υποβάλουν τροποποιητική δήλωση, διορθώνοντας λάθη ή παραλείψεις που ενδέχεται να οδηγήσουν σε πρόσθετους φόρους, προσαυξήσεις και βαριά πρόστιμα, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να υπερβούν ακόμη και το 50% της αρχικής φορολογικής επιβάρυνσης.
Η δυνατότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ΑΑΔΕ αξιοποιεί πλέον εκτεταμένες ηλεκτρονικές διασταυρώσεις στοιχείων, μέσω των οποίων εντοπίζονται ευκολότερα αποκλίσεις μεταξύ των εισοδημάτων που δηλώνονται και των στοιχείων που έχουν διαβιβάσει εργοδότες, τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία και άλλοι φορείς.
Δεν θα δοθεί νέα παράταση
Ξεκάθαρο μήνυμα ότι η προθεσμία ολοκληρώνεται οριστικά την Παρασκευή έστειλε ο εκπρόσωπος Τύπου του υπουργείου Οικονομικών, Όμηρος Τσάπαλος.
Όπως ανέφερε, μιλώντας στο Mega, «νομίζω ότι φέτος, σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, νομίζω συμφωνεί όλος ο φοροτεχνικός κόσμος, η διαδικασία ήταν πολύ πιο ομαλή, πολύ πιο επιτυχημένη. Δεν θέλαμε και ούτε έπρεπε να ταλαιπωρήσουμε τους ανθρώπους που εργάζονται νύχτα μέρα για να μπορέσουν να εξυπηρετήσουν τους πελάτες τους. Αύριο είναι καταληκτική ημερομηνία, δεν πρόκειται να δοθεί άλλη παράταση». Παράλληλα, σημείωσε πως «τα νούμερα δείχνουν ότι πάμε πάρα πολύ καλά».
Πότε μια φορολογική δήλωση θεωρείται ανακριβής
Σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία, ανακριβής θεωρείται κάθε δήλωση στην οποία εμφανίζονται εισοδήματα χαμηλότερα από τα πραγματικά ή παραλείπονται φορολογητέα ποσά, με αποτέλεσμα να προκύπτει μικρότερος φόρος από αυτόν που προβλέπει η νομοθεσία.
Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι παραβάσεις αφορούν εισοδήματα που είτε δεν δηλώθηκαν είτε καταχωρίστηκαν λανθασμένα. Εφόσον οι αποκλίσεις εντοπιστούν κατά τη διάρκεια ελέγχου ή μέσω ηλεκτρονικών διασταυρώσεων, η φορολογική διοίκηση εκδίδει νέο διορθωτικό εκκαθαριστικό, με το οποίο καταλογίζεται η επιπλέον φορολογική υποχρέωση μαζί με τις προβλεπόμενες κυρώσεις.
Τα πιο συνηθισμένα λάθη
Μεταξύ των συχνότερων σφαλμάτων που εντοπίζονται στις φορολογικές δηλώσεις περιλαμβάνονται η παράλειψη εισοδημάτων από περιστασιακή εργασία, αναδρομικές αποδοχές, επιδόματα, εισοδήματα από ενοίκια ή βραχυχρόνιες μισθώσεις.
Εξίσου συχνά είναι τα λάθη στις ηλεκτρονικές δαπάνες, οι ανακριβείς δηλώσεις στοιχείων που αφορούν σε κατοικίες και οχήματα, αλλά και οι λανθασμένες μεταφορές δεδομένων που έχουν αποσταλεί από εργοδότες, τράπεζες ή ασφαλιστικούς οργανισμούς.
Ακόμη και μικρές παραλείψεις μπορεί να οδηγήσουν σε διαφορές φόρου, οι οποίες, όταν διαπιστωθούν από τον φορολογικό έλεγχο, συνεπάγονται επιπλέον οικονομικές επιβαρύνσεις.
Πώς διαμορφώνονται τα πρόστιμα
Το πρόστιμο που επιβάλλεται εξαρτάται από τη διαφορά ανάμεσα στον φόρο που προέκυψε από την αρχική δήλωση και σε εκείνον που προσδιορίζεται μετά τον έλεγχο.
Συγκεκριμένα:
- Πρόστιμο 10% επιβάλλεται όταν η διαφορά φόρου αντιστοιχεί σε ποσοστό από 5% έως 20% του φόρου που είχε αρχικά δηλωθεί.
- Πρόστιμο 25% προβλέπεται όταν η διαφορά υπερβαίνει το 20% και φτάνει έως το 50% του αρχικού φόρου.
- Πρόστιμο 50% επιβάλλεται όταν η διαφορά φόρου ξεπερνά το 50% του φόρου που είχε αρχικά προκύψει.
Πέραν των προστίμων, ο φορολογούμενος καλείται να καταβάλει και το ποσό της επιπλέον φορολογικής οφειλής που προκύπτει από τον διορθωτικό προσδιορισμό.
Προσαυξήσεις για εκπρόθεσμη πληρωμή
Οι οικονομικές επιβαρύνσεις δεν σταματούν στα πρόστιμα. Σε κάθε περίπτωση που η φορολογική οφειλή παραμένει ανεξόφλητη, επιβάλλεται τόκος εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 0,73% για κάθε μήνα καθυστέρησης.
Ο τόκος υπολογίζεται για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που η οφειλή παραμένει απλήρωτη, αυξάνοντας σημαντικά το τελικό ποσό που καλείται να καταβάλει ο φορολογούμενος.
Αυστηρότερες κυρώσεις για ΦΠΑ
Ακόμη πιο αυστηρό είναι το καθεστώς που ισχύει για τις ανακριβείς δηλώσεις ΦΠΑ και παρακρατούμενων φόρων. Στις περιπτώσεις αυτές προβλέπεται πρόστιμο ίσο με το 50% της διαφοράς φόρου που προκύπτει μετά τον έλεγχο.
Ενδεικτικά, εάν διαπιστωθεί ότι δεν αποδόθηκε ΦΠΑ ύψους 4.000 ευρώ, ο υπόχρεος θα κληθεί να πληρώσει, πέρα από τον κύριο φόρο, πρόστιμο 2.000 ευρώ, χωρίς στο ποσό αυτό να συνυπολογίζονται οι τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής.
