Ως κλασικός και αμετακίνητος συνωμοσιολόγος (δηλαδή άνθρωπος που δεν «αγοράζει» την κρατική, επίσημη άποψη και τολμά και να σκέφτεται και να λέει την αλήθεια από νωρίς) διατέλεσα και διατελώ οπαδός της θρυλικής σειράς «X-Files». Τη θυμήθηκα πρόσφατα με αφορμή το σούσουρο με την μπουρδίτσα του Νόλαν και τα γνήσια ομηρικά έπη.
Στο 7ο επεισόδιο του 4ου κύκλου των «X-Files» που τιτλοφορείτο «Musings of a Cigarette Smoking Man» (ένα από τα καλύτερα επεισόδια της σειράς) ο μυστηριώδης Καπνιστής (βλ. εικόνα), ο άνθρωπος που μοιάζει να βρίσκεται πίσω από κάθε συνωμοσία του αμερικανικού κράτους, αποκαλύπτεται. Δεν είναι μόνο επαγγελματίας μηχανορράφος και πιστολέρο των μυστικών υπηρεσιών της υπερδύναμης. Είναι ταυτόχρονα κι ένας αποτυχημένος, αλλά απόλυτα παθιασμένος συγγραφέας!
Ονειρεύεται να αφήσει πίσω του ένα μυθιστόρημα και όχι μόνο φακέλους με απόρρητες επιχειρήσεις, δολοφονίες προέδρων (βλ. Κένεντι) και παρακρατικά… κουκουλώματα. Οταν, λοιπόν, κάποιος τον προτρέπει να πάει σινεμά, απαντά με την αφοπλιστική φράση: «Θα προτιμούσα να διαβάσω το χειρότερο μυθιστόρημα που γράφτηκε ποτέ, παρά να καθίσω να δω την καλύτερη ταινία που γυρίστηκε ποτέ». Ιδού μια ντόμπρα εξομολόγηση ενός ανθρώπου που πιστεύει ότι η λογοτεχνία αποτελεί το μοναδικό φως για τύπους σαν εκείνον που ζουν στο σκοτάδι.
Η ατάκα αυτή είναι ό,τι χρειάζεται κανείς έπειτα από κάθε κινηματογραφική υπερπαραγωγή που μπερδεύει τα σώβρακα με τις γραβάτες, τη φιλοσοφία με τα εφέ και την αιωνιότητα ενός πνευματικού δημιουργήματος με τη διαφήμιση. Διότι υπάρχει μια παράξενη αναλογία: όσο πιο ακριβή γίνεται μια ταινία τόσο περισσότερο αισθάνεται την ανάγκη να μας εξηγήσει ότι είναι αριστούργημα. Σαν τα εστιατόρια που βάζουν… αφρό παντζαριού στο πιάτο επειδή δεν εμπιστεύονται το κρέας τους, όπως το ψήνει ο σεφ.
Ακριβώς εδώ έρχεται ο Νόλαν. Ο άνθρωπος που κατάφερε να πείσει εκατομμύρια θεατές ότι, αν δεν τους άρεσε η ταινία του ή δεν κατάλαβαν το… μεγαλείο της, φταίνε εκείνοι. Η θεραπεία έπειτα από την κατανάλωση κινηματογραφικής μπουρδίτσας υπάρχει και δεν χρειάζεται ούτε εισιτήριο IMAX ούτε ποπκόρν σε κουβά οικοδομής. Λέγεται βιβλίο.
Θα το ξαναγράψουμε. Διαβάστε πρώτα και πάνω απ’ όλα τα ίδια τα ομηρικά έπη. Την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια», στο κανονικό τους κείμενο, σε καλή νεοελληνική απόδοση ή, ακόμη καλύτερα, αντικριστά με το πρωτότυπο. Εκεί θα βρείτε περισσότερο αίμα, περισσότερο χιούμορ, περισσότερη ψυχολογία, περισσότερη ειρωνεία και περισσότερη ανθρωπιά απ’ όση μπορεί να χωρέσει οποιαδήποτε ταινία. Ο Ομηρος δεν χρειάζεται κομπιουτεράδες που ειδικεύονται στα εφέ για να κάνει έναν άνθρωπο να δακρύσει, να στοχαστεί, να αναθαρρήσει. Υστερα, υπάρχουν ο Ησίοδος κι ο Ηρόδοτος.
Για να μάθει κανείς ότι η πραγματικότητα είχε ήδη ξεπεράσει τη φαντασία δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν το Χόλιγουντ ανακαλύψει τα κινηματογραφικά «σύμπαντα». Υπάρχει κι ο Θουκυδίδης, για να αντιληφθεί ότι η εξουσία γράφει πάντα το ίδιο σενάριο με διαφορετικά κοστούμια. Φυσικά και ο Πλούταρχος, γιατί οι άνθρωποι δεν άλλαξαν ιδιαίτερα.
Τέλος πάντων, επικεντρωθείτε στο βιβλίο που έχει ένα αξεπέραστο ελάττωμα: σε βάζει να δουλέψεις. Δεν σου δίνει έτοιμο το πρόσωπο του Αχιλλέα ούτε τη φωνή του Οδυσσέα. Σε αναγκάζει να τους δημιουργήσεις μόνος σου. Και αυτό είναι ακριβώς που ενοχλεί την εποχή μας. Η εποχή αγαπά να της δείχνουν εικόνες. Δεν αγαπά να γεννά εικόνες.
Ο Καπνιστής των «X-Files» είχε δίκιο. Ακόμη και το πιο μέτριο βιβλίο αντιμετωπίζει τον αναγνώστη σαν συνένοχο, σαν εξομολόγο, σαν συνδημιουργό. Η ταινία μόνο σαν πελάτη.
Από τη στήλη «Περι πωλητικης» της «δημοκρατίας»

