Οι εικόνες από τα ελληνικά νησιά που δοκιμάζονται από τη λειψυδρία ξεπέρασαν τις τελευταίες ημέρες τα όρια της εγχώριας επικαιρότητας. Το Reuters αφιέρωσε εκτενές ρεπορτάζ στις αυξανόμενες πιέσεις που δέχονται οι υδατικοί πόροι κατά την κορύφωση της τουριστικής περιόδου, ενώ το θέμα βρήκε θέση και στον βρετανικό Τύπο, με τη «The Sun» να απευθύνεται στο ευρύ αναγνωστικό κοινό μιας χώρας η οποία αποτελεί διαχρονικά μία από τις σημαντικότερες αγορές εισερχόμενου τουρισμού για τη χώρα μας.
- Γράφει ο Αντώνης Μάριος Παπαγιώτης*
Η διεθνής αυτή προβολή αναδεικνύει τις περιβαλλοντικές, κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις του ζητήματος. Πίσω, όμως, από τις συζητήσεις για τις υποδομές, τον τουρισμό και τη διαχείριση των φυσικών πόρων αναδύεται ένα λιγότερο ορατό ερώτημα: Τι συμβαίνει στην ανθρώπινη ψυχολογία όταν κάτι που επί δεκαετίες θεωρούνταν αυτονόητο παύει ξαφνικά να είναι δεδομένο;
Η περιορισμένη διαθεσιμότητα ενός τόσο θεμελιώδους φυσικού πόρου φωτίζει έναν διαχρονικό μηχανισμό της λειτουργίας του ψυχισμού. Οσο ένα αγαθό παραμένει σταθερά διαθέσιμο τόσο μειώνεται η συνειδητή αξία που του αποδίδουμε. Η συνεχής έκθεση σε ένα ερέθισμα περιορίζει σταδιακά την προσοχή που του αφιερώνουμε, επιτρέποντας τη διάθεσή της σε νέες απαιτήσεις της καθημερινότητας.
Το νερό αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ανοίγουμε μια βρύση με τη βεβαιότητα ότι θα τρέξει χωρίς διακοπή. Η διαδικασία αυτή έχει ενσωματωθεί τόσο βαθιά στην καθημερινότητα, ώστε παύει να αποτελεί αντικείμενο συνειδητής σκέψης. Αρκεί, όμως, ένας περιορισμός στην πρόσβαση για να μεταβληθεί αμέσως η αντίληψή μας. Εκείνο που μέχρι χθες περνούσε απαρατήρητο αποκτά ξαφνικά δυσανάλογη ψυχολογική βαρύτητα.
Οταν μια συνθήκη παραμένει αμετάβλητη επί μακρόν, εγγράφεται σταδιακά ως φυσικό στοιχείο της καθημερινής ζωής και παύει να γίνεται αντικείμενο συνειδητής επεξεργασίας. Η εξοικείωση αυτή καλλιεργεί την αίσθηση σταθερότητας και ενισχύει το αίσθημα ελέγχου απέναντι στο περιβάλλον. Η αιφνίδια διατάραξή της αρκεί για να αποκαλύψει πόσο εύθραυστες μπορεί να αποδειχθούν οι βεβαιότητες πάνω στις οποίες στηρίζεται η ανθρώπινη εμπειρία. Παράλληλα, όταν διακυβεύεται ένας κοινός φυσικός πόρος, η εμπειρία παύει να αφορά αποκλειστικά το άτομο και αποκτά συλλογική διάσταση, υπενθυμίζοντας ότι ορισμένες προϋποθέσεις της ασφάλειας θεμελιώνονται σε αγαθά που μοιραζόμαστε όλοι.
Η αβεβαιότητα γύρω από την πρόσβαση στο νερό ενεργοποιεί ένα γνώριμο μοτίβο ψυχικής αντίδρασης, με αυξημένο άγχος, εντονότερη επαγρύπνηση και αίσθημα ευαλωτότητας. Γι’ αυτό και η φράση ότι «οι πόλεμοι του μέλλοντος θα γίνουν για το νερό» εξακολουθεί να επανέρχεται στον δημόσιο λόγο. Πέρα από τη γεωπολιτική της διάσταση, εκφράζει έναν διαχρονικό υπαρξιακό φόβο, την πιθανότητα να χαθούν οι συνθήκες που διασφαλίζουν την αίσθηση ασφάλειας στην καθημερινή ζωή. Το ίδιο ψυχολογικό μοτίβο διακρίνεται και σε άλλες πτυχές της ύπαρξής μας.
Ο χρόνος μοιάζει ανεξάντλητος μέχρι να αποδειχθεί περιορισμένος. Η υγεία αποκτά πρωτεύουσα σημασία ύστερα από μια σοβαρή δοκιμασία. Οι ανθρώπινες σχέσεις επαναξιολογούνται όταν η απουσία ή η απώλεια καταστήσουν αισθητό το κενό τους. Η πιθανότητα της απώλειας λειτουργεί συχνά ως η αφορμή για να αναγνωρίσουμε την πραγματική αξία όσων είχαν εδραιωθεί σιωπηρά στην αντίληψή μας.
Η λειψυδρία υπενθυμίζει με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι το αυτονόητο είναι εύθραυστο. Καθιστά εμφανές ότι ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται συχνά την αξία όσων τον περιβάλλουν τη στιγμή που παύει να τα θεωρεί δεδομένα. Ισως η σημαντικότερη μορφή ψυχικής ωριμότητας να βρίσκεται ακριβώς εκεί, στην ικανότητα να αναγνωρίζουμε την αξία όσων στηρίζουν αθόρυβα τη ζωή μας, προτού χρειαστεί να μας τη θυμίσει η απουσία τους.
* ψυχολόγος

