Το μεγάλο ξεπούλημα του πολιτισμού ολοκληρώθηκε χθες με τη βούλα του ελληνικού Κοινοβουλίου, με τη Νέα Δημοκρατία να περνά, σε απόλυτη απομόνωση, το νομοσχέδιο με το οποίο, όπως ανέδειξε η «δημοκρατία» με πρωτοσέλιδο αποκαλυπτικό δημοσίευμά της, «περνάει» σε ανώνυμη εταιρεία, δηλαδή σε ιδιώτες που θα επιλέγονται από την κυβέρνηση, όλη τη διαχείριση και τα έσοδα από την πολιτιστική μας κληρονομιά.
Πρόκειται για ένα σχέδιο που δεν υλοποιήθηκε ούτε τη μαύρη περίοδο των Μνημονίων, με τη Λίνα Μενδώνη, πάντα σε αγαστή συνεργασία και συνεννόηση με τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη, να φέρνει σήμερα, εν μέσω, μάλιστα, θερινής ραστώνης, την απόλυτη καταστρατήγηση του Συντάγματος το οποίο ορίζει ρητώς πως «τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το κράτος». Με αυτόν τον τρόπο υποθηκεύει ακόμα και την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα, καθώς παραχωρεί την πολιτιστική μας κληρονομιά σε ανώνυμη εταιρεία, την οποία θα διαχειρίζονται στην πραγματικότητα ιδιώτες που θα κρατούν όσα χρήματα νιώθουν ότι θέλουν να ξοδέψουν από τα έσοδα που προκύπτουν από τον πολιτιστικό μας πλούτο.
Τι προβλέπει ακριβώς το νομοσχέδιο το οποίο ψηφίστηκε χθες από την απολύτως απομονωμένη κυβέρνηση; Η νέα ανώνυμη εταιρεία, η οποία τιτλοφορείται Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε. θα διαχειρίζεται, μεταξύ άλλων, την ακίνητη και κινητή περιουσία του Οργανισμού Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων (ΟΔΑΠ), και την ακίνητη περιουσία κυριότητας του υπουργείου Πολιτισμού, που διαχειρίζεται ο ΟΔΑΠ.
Στην πράξη, θα διαχειρίζεται τα έσοδα, τις υπηρεσίες σε αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία, μουσεία, καθώς και την ανάπτυξη εμπορικής πολιτικής για την προβολή, προώθηση και διάθεση στο κοινό και στους ιδιώτες εμπόρους των προϊόντων και υπηρεσιών του ΟΔΑΠ. Ο ίδιος οργανισμός θα συντάσσει σχέδια νομοθετικών ρυθμίσεων και κανονιστικών πράξεων για την υποβολή τους στο υπουργείο Πολιτισμού, θα μισθώνει και θα εκμισθώνει ακίνητα, ενώ θα έχει στα χέρια της και τα φυσικά πωλητήρια, προκειμένου να τα διαθέτει σε ιδιώτες έναντι χαμηλού ενοικίου.
Τι υποστηρίζει η Λίνα Μενδώνη, απαντώντας στο «πυρ ομαδόν»; Οτι τα περί ιδιωτικοποίησης επ’ ουδενί ισχύουν, πως η όποια κριτική δεν θα πρέπει να βασίζεται «σε φαντασιώσεις». Κατά την ίδια, η διεθνής πρακτική αποδεικνύει ότι η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς μπορεί να συνδυαστεί με την αναπτυξιακή αξιοποίησή της, ενώ υποστήριξε ότι η κυβέρνηση δίνει προτεραιότητα τόσο στη διαφύλαξη των πολιτιστικών αγαθών όσο και του φυσικού περιβάλλοντος, όπως ισχυρίστηκε, προτάσσοντας επί της ουσίας την ανάγκη της… ανάπτυξης έναντι της προστασίας του πολιτισμού της χώρας.
Αμόκ Μενδώνη κατά «δημοκρατίας»
Προκλητική η υπουργός Πολιτισμού κ. Μενδώνη κατά πάντων και κυρίως κατά της «δημοκρατίας», την οποία ωστόσο δεν κατονόμασε, για τις αποκαλύψεις της εφημερίδας μας σχετικά με το νομοσχέδιο που ξεπουλάει τον ελληνικό πολιτισμό. «Είναι εύκολο να φωνάζεις “ο Παρθενώνας στο σφυρί”. Πλάθουν φαντασιώσεις, παραπλανούν εσκεμμένα και φαύλα για ίδιον όφελος. Αγοραίοι. Η πολιτιστική κληρονομιά δεν προστατεύεται από αγοραία συνθήματα, από κενούς τίτλους και από επαναστατικού χαρακτήρα ασκήσεις των δήθεν αυτοαποκαλούμενων ενώσεων και σωματείων, αλλά και των νυν και πρώην πολιτικών και πολιτευτών. Εργαλειοποιείτε την Ακρόπολη και τα μνημεία» είπε. Το νομοσχέδιο, πάντως, ψηφίστηκε μόνο από τη Ν.Δ., ενώ το καταψήφισε η αντιπολίτευση.
Εντονες αντιδράσεις από κόμματα και καλλιτέχνες
Απολύτως απομονωμένη βρίσκεται -ξανά- η κυβέρνηση Μητσοτάκη, η οποία ψήφισε μόνη της το προκλητικό νομοσχέδιο της Λίνας Μενδώνη εν μέσω σφοδρών ομαδικών πυρών από άπασα την αντιπολίτευση αλλά και από τον ίδιο τον κόσμο του πολιτισμού. Τα κόμματα κατήγγειλαν πως η κυβέρνηση αποφάσισε να μεταφέρει πόρους ύψους 250 εκατ. ευρώ σε μία ανώνυμη εταιρεία, μέσω ενός μηχανισμού χωρίς καμία θεσμική δικλίδα και βεβαίως χωρίς λογοδοσία και διαφάνεια.
«Ο πολιτισμός μετατρέπεται σταδιακά σε ένα ακόμα πεδίο εμπορικής διαχείρισης. Τα μνημεία τα αντιμετωπίζετε με την έννοια της περιουσιακής αξιοποίησης, τους επισκέπτες ως πελάτες» κατήγγειλε χαρακτηριστικά ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ Παύλος Χρηστίδης, εκφράζοντας την έντονη διαφωνία του κόμματός τους στις προωθούμενες αλλαγές. Από την πλευρά του, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ Θανάσης Παφίλης υποστήριξε πως συνολικά το νομοσχέδιο αντιμετωπίζει ως εμπόρευμα τον πολιτισμό και την πολιτιστική κληρονομιά, προσθέτοντας ότι κάτι τέτοιο επηρεάζει και το περιεχόμενο του πολιτιστικού έργου.
«Ολα αυτά τα στοιχειοθετείτε στο όνομα της ανάπτυξης, βέβαια, της καπιταλιστικής ανάπτυξης» ανέφερε. «Συζητάμε ένα νομοσχέδιο από ένα υπουργείο που χαρακτηρίζεται από αλαζονεία και έλλειψη σεβασμού απέναντι στον πολιτισμό και τους ανθρώπους. Που παραβιάζει διαρκώς τη συνταγματική υποχρέωση προστασίας της πολιτικής μας κληρονομιάς, που αντιμετωπίζει την κοινή μας παρακαταθήκη -τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι κοινή- ως εμπόρευμα και αντικείμενο ιδιωτικής εκμετάλλευσης, χωρίς να διασφαλίζει τα συμφέροντα του ελληνικού Δημοσίου» κατήγγειλε από την πλευρά της η πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ Ρένα Δούρου, μιλώντας για μία βίαιη και χωρίς προσχήματα εμπορευματοποίηση προς όφελος φίλων, εκλεκτών και οικονομικών κύκλων που στηρίζουν τη σημερινή εξουσία.
«Μια εταιρεία που θα κοστολογεί την αξία κάθε μνημείου, θα δημοπρατεί τη λάμψη της Ιστορίας μας σε όποιον μπορεί να την πληρώσει, θα μετατρέψει τους ιστορικούς και αρχαιολογικούς χώρους σε αίθουσες εκδηλώσεων και τα μουσεία σε μαγαζιά» κατήγγειλε από την πλευρά του ο πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ Δημήτρης Νατσιός, τονίζοντας πως για το κόμμα του τα μνημεία της Ελλάδας αποτελούν φορείς ιστορικής μνήμης, εθνικής ταυτότητας και πανανθρώπινων αξιών, είναι περιουσία του ελληνικού λαού, των μελλοντικών γενεών αλλά και αυτών που στο παρελθόν πολέμησαν για να τα διαφυλάξουν και να τα απελευθερώσουν.
Αντίστοιχη υπήρξε η κριτική και από την Ελληνική Λύση και την Πλεύση Ελευθερίας, που επίσης καταψήφισαν το νομοσχέδιο-έκτρωμα του υπουργείου Πολιτισμού. Οξείες υπήρξαν οι αντιδράσεις και εκτός Βουλής, καθώς ο καλλιτεχνικός κόσμος και οι εργαζόμενοι στον χώρο του πολιτισμού εξέφρασε ανησυχία για την απουσία ουσιαστικής διαβούλευσης με τους συλλογικούς φορείς, καταγγέλλοντας πως το νομοσχέδιο ενισχύει την εμπορευματοποίηση του πολιτισμού.