Ακόμα ένα επικοινωνιακό αφήγημα περί «προστασίας της πρώτης κατοικίας» ετοιμάζεται να ξεδιπλώσει τις επόμενες εβδομάδες η κυβέρνηση, την ώρα που εδώ και χρόνια δεν υπάρχει κανένα ουσιαστικό «δίχτυ ασφαλείας» για τους οφειλέτες. Τράπεζες, funds και servicers συνεχίζουν να οδηγούν ακίνητα στο σφυρί, χωρίς η ιδιότητα της κύριας κατοικίας να αποτελεί από μόνη της ασπίδα απέναντι στους πλειστηριασμούς.
Μπροστά στο μέγιστο κέρδος, αφού τα δάνεια έχουν πουληθεί σε εξευτελιστικά χαμηλές τιμές από τις τράπεζες στα funds που δεν έχουν καν γραφεία στη χώρα μας, οι πολίτες που είχαν την ατυχία να πληγούν από τα καταστροφικά μνημόνια και τις αλλεπάλληλες κρίσεις χάνουν τις περιουσίες που έχτιζαν με κόπο μια ζωή.
Εδώ και χρόνια δεν υπάρχει κανένα πλαίσιο που να προστατεύσει την κύρια κατοικία από πλειστηριασμούς. Πρόκειται για μια κυβερνητική επιλογή, η οποία έχει δικαιολογηθεί ως «μεταρρύθμιση» έναντι των δανειστών και παρότι η Ελλάδα έχει βγει από τα Μνημόνια, το κοινωνικό κράτος και η μέριμνα για τους πολίτες που καταστράφηκαν οικονομικά από τις λάθος πολιτικές του ΔΝΤ και της Γερμανίας δεν εφαρμόστηκαν ποτέ.
Στις 21 Σεπτεμβρίου, λίγες εβδομάδες μετά τη φετινή Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης, αναμένεται να ενεργοποιηθεί η νέα δυνατότητα προστασίας της α’ κατοικίας μέσα από τον εξωδικαστικό μηχανισμό, στον οποίο, όμως, ελάχιστοι μπορούν να ενταχθούν, όπως άλλωστε αποδεικνύουν συνεχώς τα ίδια τα στοιχεία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Οι οφειλέτες θα μπορούν να επιλέγουν τη διάσωση της κύριας κατοικίας τους, αποδεχόμενοι όμως την εκποίηση της υπόλοιπης περιουσίας τους, ώστε να μειωθεί το συνολικό ύψος των χρεών και να προκύψει χαμηλότερη μηνιαία δόση.
Η κυβέρνηση αναμένεται να παρουσιάσει αυτή την αλλαγή ως επιστροφή της προστασίας της πρώτης κατοικίας και ως μια δεύτερη ευκαιρία για όσους κινδυνεύουν να χάσουν το σπίτι τους. Στην πραγματικότητα, όμως, η νέα ρύθμιση δεν προστατεύει συνολικά την περιουσία του οφειλέτη. Τον καλεί να θυσιάσει όλα τα υπόλοιπα ακίνητά του, προκειμένου να επιχειρήσει να διατηρήσει μόνο την κύρια κατοικία.
Στα «ψιλά γράμματα» αυτής της νέας ρύθμισης κρύβεται και ακόμα μία σημαντική διάσταση του προβλήματος: πολλά νοικοκυριά διαθέτουν μικρά ακίνητα σε χωριά ή επαρχιακές περιοχές, με χαμηλή εμπορική και αντικειμενική αξία. Μπορεί να πρόκειται για ένα πατρικό σπίτι, ένα μικρό οικόπεδο ή ένα ποσοστό συνιδιοκτησίας, που έχουν κυρίως οικογενειακή και όχι πραγματική οικονομική αξία.
Αυτά τα ακίνητα θα μπορούν να εκποιούνται, χωρίς όμως να είναι βέβαιο ότι το τίμημα θα μειώσει ουσιαστικά την οφειλή. Ετσι, ένας πολίτης μπορεί να χάσει την πατρική του περιουσία, να δει το χρέος του να περιορίζεται ελάχιστα και να εξακολουθεί να επιβαρύνεται με μια πολυετή και απαιτητική ρύθμιση που δύσκολα θα μπορέσει να κρατήσει «ζωντανή».
Το αποτέλεσμα; Εάν δεν καταφέρει να πληρώνει κανονικά τις δόσεις, λόγω ακρίβειας, αυξημένων λογαριασμών ή απώλειας εισοδήματος, κινδυνεύει να χάσει τη ρύθμιση. Τότε θα βρεθεί ξανά αντιμέτωπος με μέτρα αναγκαστικής είσπραξης και με τον πλειστηριασμό της κατοικίας που υποτίθεται ότι είχε «διασωθεί».
Εξι χρόνια περιμένουν τον φορέα επαναμίσθωσης για τους ευάλωτους οφειλέτες
Την ίδια ώρα, μέσα στο φθινόπωρο αναμένεται να επιχειρηθεί εκ νέου η ενεργοποίηση του φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης ακινήτων. Ο φορέας θα αποκτά την κύρια κατοικία ευάλωτων οφειλετών που πτωχεύουν και θα τους επιτρέπει να παραμένουν σε αυτή για έως 12 χρόνια, καταβάλλοντας ενοίκιο.
Ωστόσο, ο συγκεκριμένος μηχανισμός έχει καθυστερήσει σχεδόν έξι χρόνια, με την κυβέρνηση να μεταθέτει συνεχώς την έναρξη λειτουργίας του. Στο διάστημα αυτό χιλιάδες ακίνητα έχουν οδηγηθεί σε πλειστηριασμό, ενώ η πολυδιαφημισμένη θεσμική προστασία παρέμενε μόνο στα χαρτιά.
Ακόμη και όταν λειτουργήσει, ο οφειλέτης δεν θα παραμένει ιδιοκτήτης του σπιτιού του. Θα το έχει χάσει και θα συνεχίσει να κατοικεί σε αυτό ως ενοικιαστής. Η νομοθεσία προβλέπει ότι κατά τη διάρκεια της 12ετούς μίσθωσης μπορεί να επαναγοράσει την κατοικία, εφόσον ανακάμψει οικονομικά και είναι συνεπής στην καταβολή των μισθωμάτων.
Ωστόσο, όσες δόσεις έχει καταβάλει για το δάνειό του αλλά και όσα ενοίκια πληρώσει εντός της 12ετίας που θα μένει στο σπίτι ως μισθωτής δεν θα υπολογίζονται για την επαναγορά του ακινήτου. Στην πράξη θα είναι σαν να μην το είχε αγοράσει ποτέ. Αν ανακάμψει οικονομικά θα μπορεί να αιτηθεί την αγορά του με βάση την αξία που θα έχει τότε το σπίτι και όχι τη σημερινή ή εκείνη που είχε όταν το αγόρασε με δάνειο.
